Hit enter to search or ESC to close

Αντικείμενο και Στόχοι του Έργου


Αντικείμενο του προτεινόμενου έργου είναι η συλλογή, αναγνώριση, αξιολόγηση και πιλοτική αξιοποίηση τοπικών παραδοσιακών ποικιλιών και αυτοφυών οπωροφόρων δέντρων και θάμνων. Oι καλλιέργειες οπωροφόρων δέντρων αποτελούν σημαντικό τομέα της φυτικής παραγωγής, με τη μεγαλύτερη μάλιστα συνεισφορά στις εξαγωγές του κλάδου της αγροδιατροφής. Στον κλάδο αυτό ωστόσο επισημαίνεται το γεγονός ότι το εγχώριο γενετικό υλικό εκτοπίστηκε από το εισαγόμενο, γεγονός που προκαλεί διάφορα προβλήματα, καθώς οι ξενικές ποικιλίες που έχουν εκτοπίσει τις ντόπιες δεν έχουν αξιολογηθεί ως προς την προσαρμοστικότητά τους στα διάφορα τοπικά μικροκλίματα, ενώ η ανταγωνιστικότητά τους είναι περιορισμένη καθώς υπάρχουν ομοειδή προϊόντα από όλο τον κόσμο. Προτείνεται έτσι η διατήρηση του γηγενούς γενετικού υλικού με στόχο την αξιολόγηση και αξιοποίηση, καθώς στην Ελλάδα υπάρχουν ορισμένες ντόπιες ποικιλίες/κλώνοι οπωροφόρων δέντρων αλλά και πολλές μεταλλάξεις παλιότερων ξένων ποικιλιών με ιδιαίτερα γευστικά και καλλιεργητικά χαρακτηριστικά, οι οποίες παρουσιάζουν μεγάλη παραλλακτικότητα και ανθετικότητα σε διάφορες καταπονήσεις.

Η ανάγκη αυτή συμβαδίζει εξάλλου με τις σύγχρονες τάσεις στη γεωργία και ειδικότερα με τις προτεραιότητες του Προγράμματος Αγροτικής Ανάπτυξης 2014-2020, το οποίο αφιερώνει τη Δράση 10.1.10 (Μέτρο 8.2.10.3.10) στην «Προστασία τοπικών αβελτίωτων πληθυσμών – ποικιλιών που κινδυνεύουν από γενετική διάβρωση», μέσω προώθησης της καλλιέργειάς τους (in situ conservation). Μέσω της δράσης, οι δικαιούχοι ενισχύονται για να καλλιεργούν τους αβελτίωτους πληθυσμούς – ποικιλίες που αναφέρονται στο σχετικό πίνακα. Ωστόσο, στον πίνακα αυτά περιλαμβάνεται μικρός αριθμός οπωροφόρων δέντρων, αναφορικά με τον πλούτο που υπάρχει στις διάφορες περιοχές της χώρας. Ειδικότερα, μεγάλη έλλειψη παρατηρείται για τα πιο ορεινά είδη και τους Νομούς της Β. Ελλάδας (ενδεικτικά, αναφέρονται μόνο 6 ποικιλίες κερασιάς και ροδιάς από 5 Νομούς). Η απουσία αυτή αντανακλά και το μικρό βαθμό ανάπτυξης της σχετικής έρευνας, η οποία υπολείπεται της αντίστοιχης για τα σιτηρά ή το οπωροκηπευτικά.

Με βάση τα παραπάνω συμπεράσματα και όσο αφορά λοιπόν τις τοπικές, παραδοσιακές ποικιλίες οπωροφόρων δέντρων, το προτεινόμενο έργο θα εστιάσει στα είδη και τις ποικιλίες που έχουν προσαρμοστεί σε ορεινά και ημιορεινά περιβάλλοντα της Βόρειας Ελλάδας και συγκεκριμένα στα διάφορα είδη του γένους Pyrus (αχλαδιές), του γένους Prunus (κερασιές, βυσσινιές, δαμασκηνιές κ.α.), του γένους Malus (μηλιές), καθώς και την Καστανιά (Castanea sativa), την Κυδωνιά (Cydonia oblonga), την Καρυδιά (Juglans regia), τη Συκιά (Ficus carica), τη Μουσμουλιά (Eriobotrya japonica) και τη Ροδιά (Punica granatum), χωρίς φυσικά να εξαιρεθούν ενδιαφέρουσες ποικιλίες από άλλα είδη που θα ανακαλυφθούν κατά την έρευνα πεδίου. Σύμφωνα με τη διεθνή βιβλιογραφία, ως τοπική ποικιλία ορίζεται ένας δυναμικός πληθυσμός ο οποίος έχει ιστορική προέλευση, διακριτή ταυτότητα και στερείται επιστημονικής βελτιωτικής παρέμβασης. Μία τοπική ποικιλία είναι συχνά επίσης γενετικά ποικιλόμορφη, έχει τοπική προσαρμοστικότητα και συνδέεται με παραδοσιακά συστήματα καλλιέργειας.

Σημειώνουμε εδώ ότι κατά τις τελευταίες δεκαετίες στον ορεινό κυρίως χώρο, για μια σειρά λόγων (πολεμικές συγκρούσεις, μετανάστευση, αλλαγή παραγωγικών προτύπων κ.α.) έχει εγκαταλειφθεί η συντριπτική πλειοψηφία των καλλιεργούμενων οπωροφόρων δέντρων, πολλά από τα οποία ανήκανε σε τοπικές, προσαρμοσμένες ποικιλίες με σημαντικό δυνητικό καλλιεργητικό και οικολογικό ενδιαφέρον. Ενδεικτικά, σε προηγούμενη έρευνα (Νικήσιανης 2015), καταμετρήθηκαν 481 εγκαταλελειμμένοι οπωρώνες σε διάφορες ορεινές περιοχές της Β. Ελλάδας. Η τάση εγκατάλειψης παρατηρείται ήδη από τη δεκαετία του 1940, για να κορυφωθεί μετά το 1970. Με βάση το προσδόκιμο ζωής των περισσοτέρων ειδών ενδιαφέροντος, αλλά και τα ευρήματα της προαναφερθείσας έρευνας, εκτιμάται ότι εξαντλούνται τα χρονικά περιθώρια για να προλάβουμε εν ζωή τα τελευταία καλλιεργημένα δέντρα πολλών παραδοσιακών ποικιλιών στους εγκαταλελειμμένους οπωρώνες, γεγονός που προσδίδει στη σχετική εργασία μία αίσθηση επείγοντος. Για τους λόγους αυτούς, το προτεινόμενο έργο θα εστιάσει στους εγκαταλελειμμένους οπωρώνες και δη σε ορεινές περιοχές όπου οι οπωρώνες αυτοί έχουν ήδη καταγραφεί σε μεγάλους αριθμούς. Οι περιοχές αυτές εξάλλου παρουσιάζουν όλες μεγάλη οικολογική σημασία, οπότε και η διατήρηση της γεωργικής βιοποικιλότητας που φέρουν αποτελεί ακόμα μεγαλύτερη προτεραιότητα.

Πέρα από τις ποικιλίες καλλιεργούμενων οπωροφόρων, μία άλλη πηγή γενετικού πλούτου, η οποία μάλιστα αναδείχθηκε εμφατικά από την ΕΣΕΤΑΚΕΕ και τη δΕΑ, είναι η άγρια χλωρίδα. Η Ελλάδα διαθέτει μεγάλο χλωριδικό πλούτο (τουλάχιστον 6.600 είδη και υποείδη), με μεγάλο ποσοστό ενδημικών taxa (περίπου 20%). Όπως σημειώθηκε λοιπόν μέσω της δΕΑ, η γενετική παραλλακτικότητα που υπάρχει στις άγριες ποικιλίες είναι αναντικατάστατη για τη βελτίωση των καλλιεργούμενων φυτών, ενώ «η συνεχιζόμενη δημιουργία και διάθεση στην αγορά νέων ποικιλιών θεωρείται απαραίτητη, λόγω της γενετικής διάβρωσης, της γενετικής ευπάθειας των καλλιεργειών, των κλιματικών αλλαγών και των νέων συνθηκών της αγοράς». Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα αυτοφυή είδη καρποφόρων θάμνων και μικρών δέντρων που απαντώνται σε κυρίως σε δασικά και λιβαδικά οικοσυστήματα, όπως το Σμέουρο (Rubus ideaus), το Μύρτιλο (Vaccinium myrtillus), την Αγριοτριανταφυλλιά (Rosa canina), την Κουφοξυλιά (Sambucus nigra), την Κρανιά (Cornus mas), το Ριβήσιο ή φραγκοστάφυλλο (Ribes sp.) και την Αμελάνχια (Amelanchier sp.), το Ρούδι (Rhus coriaria).. Παρά την εγνωσμένη διατροφική και εμπορική αξία τους, πολύ μικρό μέρος της σχετικής έρευνας έχει κατευθυνθεί προς το παρόν στα αυτοφυή καρποφόρα είδη. Αξίζει να σημειωθεί εδώ ότι, παρότι αυτοφυή, τα περισσότερα από τα είδη αυτά τείνουν να εμφανίζονται στα ανοίγματα των ορεινών δασών, οπότε και η παρουσία τους συνδυάζονται συχνά με την ανθρώπινη δραστηριότητα. Άλλωστε πολλά από αυτά καλλιεργούνταν συστηματικά, ή έστω ενθαρρύνονταν, από τις τοπικές κοινότητες, οι οποίες αξιοποιούσαν τους καρπούς τους. Έτσι, για πολλά από τα παραπάνω είδη, τα όρια ανάμεσα στα αυτοφυή και τα καλλιεργούμενα φυτά είναι ασαφή, ειδικά μετά από τόσες δεκαετίες εγκατάλειψης και φυσικής αναγέννησης αυτοφυών και καλλιεργούμενων ειδών. Συνεπώς, η έρευνα για αξιοποιήσιμες ποικιλίες αυτοφυών καρποφόρων φυτών μπορεί να συνδυαστεί με την προαναφερόμενη έρευνα για παραδοσιακές τοπικές ποικιλίες οπωροφόρων δέντρων σε εγκαταλελειμμένους οπωρώνες και άλλες παρόμοιες θέσεις (εγκαταλελειμμένα χωράφια, βοσκοτόπια, οικισμούς κ.α.), προσφέροντας οικονομία κλίμακας.

Με αυτά το δεδομένα σχεδιάστηκε και το παρόν έργο, σκοπός του οποίου είναι να διερευνηθούν θέσεις εγκαταλελειμμένων (ή ημι-εγκαταλελειμμένων) οπωρώνων, οικισμών, χωραφιών, λιβαδιών και άλλων παρόμοιων θέσεων σε σημαντικές οικολογικά ορεινές περιοχές της Β. Ελλάδας, με στόχους τον εντοπισμό, τη συλλογή, την ταυτοποίηση και την αξιολόγηση τοπικών παραδοσιακών ποικιλιών οπωροφόρων δέντρων και αυτοφυών καρποφόρων θάμνων και δέντρων. Οι ταυτοποιημένες ποικιλίες για τις οποίες θα εκτιμηθεί ότι έχουν δυνάμει εμπορική αξία, θα αναπαραχθούν και θα αξιοποιηθούν πιλοτικά από τα συνεργαζόμενα φυτώρια, τα οποία είναι εξειδικευμένα στα οπωροφόρα δέντρα, τις παραδοσιακές ποικιλίες και τα αυτοφυή φυτά.