Hit enter to search or ESC to close

 

Οικονομική και εμπορική αξιοποίηση των αποτελεσμάτων

Το άμεσο, πρωτογενές αποτέλεσμα – προϊόν του έργου θα είναι οι 20 ποικιλίες αυτοφυών φυτών και 20 ποικιλίες οπωροφόρων δέντρων που θα ταυτοποιηθούν, αξιολογηθούν και προταθούν για παραγωγή. Ήδη, κατά τη διάρκεια του έργου προβλέπεται η πιλοτική αναπαραγωγή 250 φυταρίων από κάθε ποικιλία. Στη συνέχεια, τα συνεργαζόμενα φυτώρια, αλλά και άλλες παρόμοιες επιχειρήσεις που ενδιαφερθούν, θα μπορούν να συνεχίσουν να παράγουν και να προωθούν στην αγορά φυτάρια από τις παραπάνω ποικιλίες. Εξάλλου, οι ίδιοι οι παραγωγοί, μπορούν να αναπτύσσουν ή/και να ανταλλάσσουν φυτά και στελέχη από τις ποικιλίες αυτές, κάτι που αποτελεί στόχο του ίδιου έργου. Οι ίδιες ποικιλίες μπορούν επίσης μελλοντικά να προσφέρουν σημαντικό γενετικό υλικό, εμπλουτίζοντας και βελτιώνοντας μέσω διασταυρώσεων άλλες καλλιεργούμενες ποικιλίες ή δημιουργώντας νέες. Η δυνατότητα αυτή ωστόσο ξεφεύγει από το χρονικό ορίζοντα, και άρα τους στόχους, του παρόντος έργου.
Σε δεύτερο επίπεδο, η αξιοποίηση των προτεινόμενων ποικιλιών αναμένεται να προσφέρει οικονομικά οφέλη στους παραγωγούς που θα τα επιλέξουν, αλλά και στο σύνολο της εθνικής αγροτικής παραγωγής. Η παραγωγή φρέσκων φρούτων αποτελεί σημαντικό τμήμα της φυτικής παραγωγής στην Ελλάδα, με την αξία της να φτάνει τα 2 δις ευρώ το 2012, ενώ αποτελούν και σημαντικό μέρος των εξαγωγών (βλ. Πρόγραμμα Αγροτικής Ανάπτυξης 2014-2020). Αξίζει να σημειωθεί εδώ ότι η παραγωγή φρούτων από παραδοσιακές ή αυτοφυείς ποικιλίες προσφέρει κατά κανόνα καλύτερες ευκαιρίες για ποιοτική διαφοροποίηση, γεωγραφική αναφορά και πιστοποίηση των προϊόντων. Και αυτό σε μία περίοδο όπου η βιολογική γεωργία και η παραγωγή ποιοτικών, πιστοποιημένων προϊόντων αποτελεί σημαντική αναπτυξιακή διέξοδο στον πρωτογενή τομέα, με το μερίδιο των προϊόντων βιολογικής καλλιέργειας δείχνει να ανεβαίνει σημαντικά (ο.π. σ.67), ενώ η έκταση σε βιολογική γεωργία όσο και ο αριθμός καλλιεργητών αυξάνει σταθερά. Σημαντικό κομμάτι της αγοράς επίσης κατακτούν τα πιστοποιημένα προϊόντα, όπως τα Προϊόντα Γεωγραφικής Ένδειξης (Προστατευόμενη Ονομασία Προέλευσης – ΠΟΠ και Προστατευόμενη Γεωγραφική Ένδειξη – ΠΓΕ). Εκτιμάται ότι τα προϊόντα ποιότητας αποτελούν περίπου το 10% της συνολικής αξίας της αγροτικής παραγωγής στην Ελλάδα. Ισχυρές αποδείξεις από όλες τις μέχρι σήμερα πανευρωπαϊκές έρευνες καταναλωτών δείχνουν εξάλου ισχυρή πίστη των καταναλωτών στα Ελληνικά προϊόντα, αλλά και στα τοπικά ή άλλης ιδιαίτερης σήμανσης προϊόντα, π.χ., ορεινά. Τέλος, υπάρχει ανερχόμενη τάση διασύνδεσης του τουρισμού με τη γαστρονομική και πολιτιστική παράδοση και τα τοπικά αγροτικά προϊόντα (ο.π. σ. 81). Όλες οι προαναφερόμενες τάσεις, συνάδουν με την προώθηση των προϊόντων από τις προτεινόμενες ποικιλίες. Για το λόγο αυτό, υπάρχουν ήδη στην Ελλάδα και σε πολλές χώρες της Ευρώπης επιτυχημένα παραδείγματα αξιοποίησης παραδοσιακών οπωρώνων με τοπικές ποικιλίες (ενδ. βλ. το δίκτυο http://www.esto-project.eu/, το Essedra Project (http://www.essedra.com/ κ.α.).
Τα προϊόντα των τοπικών, παραδοσιακών ποικιλιών περιλαμβάνουν καρπούς που μπορούν να καταναλώνονται νωποί (όπως μήλα, κεράσια, αχλάδια, ρόδια, δαμάσκηνα, κυδώνια κ.α.), ή επεξεργασμένοι. Η ήπια επεξεργασία των καρπών σε οικοτεχνική κλίμακα αποτελεί μία από τις βασικές προϋποθέσεις για την αύξηση της υπεραξίας των γεωργικών προϊόντων και για αυτό προωθείται από τις πολιτικές ενίσχυσης. Τα προτερήματα που προσφέρει είναι πολλαπλά, όπως αξιοποίηση μεγαλύτερης ποικιλίας καρπών, δυνατότητα παραγωγής και πιστοποίησης πολλών τοπικών, παραδοσιακών, ποιοτικών διατροφικών προϊόντων, αύξηση του ποσοστού κέρδους από τους καρπούς, διεύρυνση της περιόδου συντήρησης και κατ’ επέκταση των περιθωρίων αξιοποίησης και εμπορίας των καρπών κ.α. Τα επεξεργασμένα προϊόντα περιλαμβάνουν ξηρούς και αποξηραμένους καρπούς, γλυκά κουταλιού και μαρμελάδες, ηδύποτα κα.
Σύμφωνα με μία προκαταρκτική έρευνα αγοράς, οι τιμές πώλησης κυμαίνονται στα εξής επίπεδα (ανάλογα κυρίως με την ποικιλία, την εποχή και τη διαθεσιμότητα):

 

  • Αχλάδια 1,4-1,65 € / κιλό
  • Μήλα 0,5-1,2 € / κιλό
  • Κεράσια 1-8,5 € / κιλό
  • Βιολογικά μήλα 2,5 – 3,5 €/κιλό
  • Βιολογικά αχλάδια 2,5 – 3,5 €/κιλό
  • Βιολογικά Κεράσια 1-8,5 € / κιλό
  • Βιολογικοί ξηροί καρποί 5-10 €/κιλό
  • Βιολογικοί αποξηραμένοι μεγάλοι καρποί (δαμάσκηνα) 8-10 €/κιλό
    Για τα πιο επεξεργασμένα προϊόντα που προέρχονται από τους ίδιους καρπούς, οι τιμές διαμορφώνονται (ανάλογα το είδος και τον παραγωγό) στα παρακάτω όρια:
  • γλυκά κουταλιού 6,5-10,6 €/κιλό
  • μαρμελάδες 6-9 €/κιλό
  • λικέρ 10,5-20 €/λίτρο

Όσο αφορά τα αυτοφυή καρποφόρα είδη, οι καρποί τους καταναλώνονται επίσης νωποί ή πιο συχνά επεξεργασμένοι, προσφέροντας μεγαλύτερα περιθώρια αξιοποίησης. Κάποια είδη επίσης συνδυάζουν εδώδιμους καρπούς με αξιοποιήσιμα άλλα τμήματα (φύλλα, άνθη) ως αρωματικά. Κάποια άλλα είδη (ενδ. σμέουρα, μύρτιλα) έχουν ήδη μεγάλη εμπορική αξία, καθώς θεωρούνται ότι ανήκουν στις τροφές με μεγάλη διατροφική αξία (superfoods). Ενδεικτικά αναφέρεται ότι τα βακκίνια (cranberries) και τα άγρια μύρτιλα (blueberries) πρόσφατα αναγνωρίστηκαν για την περιεκτικότητά τους σε αντιοξειδωτικά φλαβονοειδή τα οποία έχουν θεραπευτικές ιδιότητες και χρησιμοποιούνται σε συμπληρώματα διατροφής. Το είδος Rosa canina βρέθηκε να έχει ιδιαίτερα υψηλή αντιοξειδωτική ικανότητα. Τα είδη του γένους Cornus είναι πολύ πλούσια σε φαινολικές ουσίες και εξαιτίας της πολύ ισχυρής τους βιολογικής τους δράσης, χρησιμοποιούνται ευρέως τόσο στην παραδοσιακή όσο και τη μοντέρνα ιατρική, κτηνιατρική και φαρμακοποιία. Τα βρώσιμα φρούτων των άγριων μικρών δέντρων ή θάμνων όπως τα είδη Arbutus unedo, Crataegus monogyna, Prunus spinosa και Rubus ulmifolius, αποτελούν πολύ καλές πηγές βιοενεργών ουσιών όπως οργανικά οξέα, τοκοφερόλες και πολυακόρεστα λιπαρά οξέα. Οι τιμές που έχουν καταγραφθεί στην αγορά για βιολογικούς αποξηραμένους μικρούς καρπούς, όπως μούρα, μύρτιλα κ.α. κυμαίνεται στα 25-65 €/κιλό. Σήμερα, παρότι υπάρχουν εν αφθονία στα ελληνικά βουνά και δάση, εισάγονται κυρίως από το εξωτερικό, γεγονός που υποδεικνύει τα περιθώρια της σχετικής παραγωγής.
Συνοψίζοντας, η αξιοποίηση τοπικών, παραδοσιακών και αυτοφυών ποικιλιών, κυρίως για προϊόντα υψηλής διατροφικής και εμπορικής αξίας, φαίνεται ότι αποτελεί μία αξιόλογη απάντηση στις εντοπισμένες αδυναμίες της ελληνικής αγροτικής παραγωγής, όπως ο ορεινός και ημιορεινός χαρακτήρας μεγάλου ποσοστού των διαθέσιμων εκτάσεων, του μικρού μεγέθους των γεωργικών εκμεταλλεύσεων (με 50% κάτω των 2 ha και κάτω από 4.000 ευρώ) και του χαμηλού ποσοστού της αρδεύσιμης γης. Από αυτή τη σκοπιά, η επανένταξη τέτοιων ποικιλιών, καλά προσαρμοσμένων στις ιδιαίτερες συνθήκες των ορεινών και ημιορεινών περιοχών της Βόρειας Ελλάδας, μπορεί να προσφέρει μία διέξοδο στους τοπικούς παραγωγούς, συμβάλλοντας στην αντιμετώπιση του προβλήματος της εγκατάλειψης της αγροτικής παραγωγής και της απερήμωσης των ορεινών κοινοτήτων.
Τέλος, οι συνεργαζόμενοι φορείς του έργου θα ωφεληθούν ως εξής από τα αποτελέσματα:

  • Τα φυτώρια θα αυξήσουν τη διείσδυσή τους σε νέες αγορές και τον κύκλο εργασιών χάρη στις νέες ποικιλιές
  • Οι άλλες δύο εταιρίες και τα δύο ερευνητικά ιδρύματα θα αποκτήσουν σχετική τεχνογνωσία περιβαλλοντικής έρευνας, η οποία μπορεί να αξιοποιηθεί σε άλλες αντίστοιχες δράσεις, χρηματοδοτημένες από άλλα διαθέσιμα πλαίσια, και κυρίως το ΠΑΑ 2014-2020.


 

Δραστηριότητες Διάχυσης και Δημοσιότητας
Η στρατηγική επικοινωνίας και διάχυσης του έργου θα επιστρατεύσει διαφορετικές τεχνικές ενημέρωσης, προς διαφορετικές ομάδες στόχους.
Οι κυριότερες ομάδες-στόχοι είναι:

 

  • Οι παραγωγοί, τα φυτώρια και άλλες επιχειρήσεις του πρωτογενούς τομέα που ασχολούνται με το γενετικό υλικό.
  • Οι εθνικοί και τοπικοί φορείς που είναι αρμόδιοι για θέματα αγροτικής παραγωγής και περιβαλλοντικής προστασίας (ΥΠΑΑΤ, ΟΤΑ, Φορείς Διαχείρισης, Συνεταιρισμοί κα).
  • Το ευρύτερο καταναλωτικό κοινό και ιδιαίτερα το κοινό και οι επισκέπτες στις περιοχές της έρευνας.
  • Η ερευνητική και ακαδημαϊκή κοινότητα.

Οι κυριότεροι επικοινωνιακοί στόχοι είναι:

  • Η προώθηση των επιλεγμένων ποικιλιών προς καλλιέργεια
  • Η ενημέρωση για το έργο, τις μεθόδους, τα επιτεύγματα και τα αποτελέσματά του.
  • Η αύξηση της γνώσης και του ενδιαφέροντος για τις τοπικές, παραδοσιακές και αυτοφυείς ποικιλίες.
  • Η περιβαλλοντική ευαισθητοποίηση επισκεπτών και κατοίκων για την αγροβιοποικιλότητα.

Τα κυριότερα εργαλεία που θα χρησιμοποιηθούν περιλαμβάνουν:

  • Δημιουργία ταυτότητας έργου και λογοτύπου.
  • Δημιουργία και λειτουργία ιστοσελίδας με αναμενόμενες 400 μοναδικές επισκέψεις/μήνα. Η ιστοσελίδα θα συγκεντρώνει τα αποτελέσματα του έργου, τις σχετικές δημοσιεύσεις, άλλο συναφές υλικό και τέλος τις παραγόμενες εφαρμογές.
  • Δημιουργία και λειτουργία ειδικής διαδικτυακής και διαδραστικής εφαρμογής, η οποία θα μπορεί να χρησιμοποιείται σε όλες τις έξυπνες συσκευές, με πληροφορίες για τις ποικιλίες, τις περιοχές έρευνας, τους τρόπους καλλιέργειας κα.
  • Υλοποίηση δράσεων στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης: 7 βίντεο κλιπ στο YouTube (με υλικό από τις περιοχές έρευνας με τουλάχιστον 500 views, Σελίδα έργου στο FB στα ελληνικά και στα αγγλικά με τουλάχιστον 500 likes/μέλη.
  • Πραγματοποίηση ενός Εργαστηρίου εθνικής εμβέλειας αφιερωμένου στις τοπικές ποικιλίες, όπου θα περιλαμβάνονται: παρουσίαση αποτελεσμάτων του έργου, 3 τουλάχιστον ομιλητές/τριες από την Ελλάδα και το εξωτερικό που ασχολούνται με συναφή θέματα, πρόσκληση 30 τουλάχιστον φορέων της περιοχής και άλλων περιοχών, εκτιμώμενη συμμετοχή 100 ατόμων.
  • Πραγματοποίηση σειράς 8 τοπικών σεμιναρίων (μία σε κάθε περιοχή έρευνας) προς παραγωγούς, με στόχο την προώθηση των ποικιλιών και των αποτελεσμάτων.
  • Συμμετοχή σε 1 τουλάχιστον εμπορική έκθεση στο εξωτερικό και 4 στο εσωτερικό, για την προώθηση των ποικιλιών.
  • Κάλυψη από τα ΜΜΕ και δημοσιεύσεις. 15 δημοσιεύσεις σε ηλεκτρονικά μέσα, 5 εμφανίσεις σε τοπικούς/εθνικούς τηλεοπτικούς σταθμούς.
  • 4 τουλάχιστον επιστημονικές δημοσιεύσεις σε διεθνή επιστημονικά περιοδικά (peer reviewed) και συμμετοχή 2 τουλάχιστον παρουσιάσεις σε Συνέδρια στην Ελλάδα και το εξωτερικό, για την παρουσίαση των αποτελεσμάτων στην ερευνητική κοινότητα.