Hit enter to search or ESC to close

Περιοχές Έρευνας Eco-Variety

 

Οριοθέτηση περιοχών έρευνας

Η έρευνα αφορά οκτώ αρχικά προσδιορισμένες ορεινές περιοχές. Σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία, ως ορεινές χαρακτηρίζονται κατά κανόνα οι περιοχές με υψόμετρο πάνω από 800 μ. Ωστός, η οριοθέτηση των επεκτείνεται σε χαμηλότερα υψόμετρα, ως και τα φυσικά όρια που οριοθετούν τα αντίστοιχα όρη από τα γειτονικά (πχ ποταμοί), ώστε να περιλάβει χαμηλότερες πλαγιές, με σημαντικές κλίσεις (αποκλείοντας δηλαδή τις καλλιεργούμενες πεδινές περιοχές), ιδιαίτερα στην περίπτωση που αυτές περιλαμβάνουν οικισμούς με ορεινό χαρακτήρα.

Σημειώνεται ότι σύμφωνα με το Τεχνικό Δελτίο, η έρευνα μπορεί να επεκταθεί και σε παρακείμενες περιοχές, με στόχο να συμπεριλάβει σημαντικές ποικιλίες ή είδη.

1 Οροσειρά Ροδόπης 209.777,972 ha
2 Ορεινό Τόξο Αλμωπίας 172.954,291 ha
3 Πιέρια Όρη 74.795,037 ha
4 Βίτσι -Πρέσπες 135.316,743 ha
5 Γράμος 74.406,776 ha
6 Εθνικό Πάρκο Βόρειας Πίνδου 259.921,094 ha
7 Αθαμανικά Όρη 78.849,112 ha
8 Θεσπρωτικά Όρη – Λάκκα Σουλίου 67.261,634 ha
Σύνολο 1006021,025 ha

 

 

Περιοχή Έρευνας Ροδόπη

Γενική περιγραφή

Η οροσειρά της Ροδόπης  μοιράζεται μεταξύ της Ελλάδας και της Βουλγαρίας, καταλαμβάνοντας συνολικά περίπου 19.000 τετραγωνικά χιλιόμετρα. Το 82% της συνολικής έκτασης της Ροδόπης ανήκει στη Βουλγαρία και το 18% βρίσκεται στην Ελλάδα. Το μεγαλύτερο μέρος της περιοχής της έρευνας εντάσσεται στο Εθνικό Πάρκο Οροσειράς Ροδόπης.

Η περιοχή εμφανίζει έντονα ορεινό, πολύμορφο και πολυσχιδές ανάγλυφο, με αποτέλεσμα τη δημιουργία ποικιλομορφίας εκθέσεων και κλίσεων, με ποικίλους προσανατολισμούς (Δ, ΝΔ, Ν, ΝΑ και Α) και ήπιες έως σχετικά μεγάλες και απότομες κλίσεις. Ξεκινώντας από τα σύνορα Ελλάδας – Βουλγαρίας στο Νομό Ξάνθης (ανατολικά της υπό μελέτη περιοχής) δεσπόζουν οι κορυφές Μαύρη Πέτρα (υψόμετρο 1586 μ.) και Γυφτόκαμπος (1827 μ.). Νοτιότερα συναντώνται οι κορυφές των ορέων Κούλα (1606 μ.) και Γεράνεια (1548 μ.). Στα σύνορα των δύο Νομών Ξάνθης και Δράμας συναντώνται οι κορυφές Δρυμός (1608 μ.), Ερμάριον (1440 μ.) και Ερύμανθος (1569 μ.).

Η περιοχή παρουσιάζει μεγάλο ποσοστό δασοκάλυψης που φτάνει το 84%. Χωρίς να μπορεί να γίνει εδώ μία αποτίμηση της οικολογικής σημασίας της περιοχής, σημειώνεται ότι η Οροσειρά Ροδόπης αποτελεί μία από τις πλουσιότερες περιοχές στη χώρα σε αριθμό ειδών και τύπων οικοτόπων (Γκατζογιάννης 1999). Αξίζει να σημειωθεί ότι η Δυτική Ελληνική Ροδόπη αποτελεί το νοτιότερο όριο της γεωγραφικής εξάπλωσης της ερυθρελάτης και ότι είναι η μοναδική περιοχή παρουσίας της στον ελλαδικό χώρο. Επίσης, η δασική πεύκη βρίσκεται στη Β. Ελλάδα στα νότια όρια της γεωγραφικής της εξάπλωσης στον ευρωπαϊκό χώρο (ο.π.).Όσο αφορά τη χλωρίδα, στην περιοχή καταγράφηκαν 1121 taxa, από τα οποία 834 είναι είδη και 287 υποείδη.

Εξίσου αξιόλογη είναι η πανίδα της περιοχής (πηγή http://www.fdor.gr/). Αξίζει να σημειωθεί ως παράδειγμα ότι η μόνη περιοχή που φιλοξενεί ταυτόχρονα όλα τα είδη μεγάλων θηλαστικών που απαντώνται στα δάση της ηπειρωτικής Ελλάδας, όπως η Καφέ Αρκούδας (Ursus arctos), το Αγριόγιδο (Rupicapra rupicapra), το Κόκκινο Ελάφι (Cervus elaphus) (στο ΕΠΟΡ υπάρχει ο τελευταίος φυσικός πληθυσμός στην Ελλάδα), η Βίδρα (Lutra lutra), ο Λύκος (Canis Lupus), το Ζαρκάδι (Capreolus capreolus), ο Αγριόχοιρος (Sus scrofa), η Αγριόγατα (Felis silvestris), ο Σκίουρος (Sciurus vulgaris), πολλά είδη νυχτερίδων κα.

Αν και μεγάλη ιστορική παράδοση και κατοικημένη κατά καιρούς από σημαντικούς λαούς και κοινότητες (μουσουλμάνοι, σαρακατσάνοι, πρόσφυγες κα), σήμερα η ευρύτερη περιοχή του ΕΠΟΡ είναι σήμερα σχετικά αραιοκατοικημένη, με δύο μεγάλα οικιστικά κέντρα (Παρανέστι, Σταυρούπολη) και αρκετά μικρά χωριά, πολλά εκ των οποίων είναι εγκαταλελειμμένα ή έχουν πολύ λίγους κατοίκους. Σύμφωνα με την ΕΠΜ (Γκατζογιάννης 1999), μπορούμε να διακρίνουμε τα προσφυγικά χωριά, όπου περιλαμβάνονται τα Νεστοχώρια, τα χωριά δηλ. της κοιλάδας του Νέστου (Σταυρούπολη, Παρανέστι, κοινότητες Δαφνώνα, Καρυόφυτου, Νεοχωρίου, καθώς και οι οικιστικές ενότητες Ποταμών – Μικρομηλιάς και Σκαλωτής – Σιδηρονέρου και τα πομακοχώρια του νομού Ξάνθης (Κοινότητες Κοτύλης και Ωραίου).

Ορεινό τόξο Αλμωπίας

Γενική περιγραφή

Πρόκειται για ορεινό τόξο της Δυτικής Μακεδονίας, που ξεκινά στα ανατολικά με το όρος Πάικο, συνεχίζει στο κέντρο με την Τζένα και το Πίνοβο και καταλήγει στα δυτικά με το Βόρα (Καϊμάκ-Τσαλάν. Στο εσωτερικό του περικλείει την εύφορη και έντονα καλλιεργημένη πεδιάδα της Αριδαίας, η οποία φιλοξενεί πολλούς σύγχρονους οπωρώνες. Το όρος Πάικο βρίσκεται στα σύνορα των νομών Πέλλας και Κιλκίς, με κορυφή την Γκόλα-Τσούκα σε υψόμετρο 1.650 μέτρα. Από Βορρά προς Νότο αποτελείται από τις κορυφές Σκρα (1097μ), Τσούμα (1219 μ.), Βερτόπια (1490 μ.), Πύργος (1494 μ.), Κάντασι ή Καντάστι (1607 μ.) και Γκόλα Τσούκα (1650 μ.).Ανάμεσα στις κορυφές Πύργος, Βερτόπια και Κάντασι περικλείεται μια οροπεδική έκταση με επίκεντρο τον οικισμό Μεγάλα Λιβάδια.

Το Πάικο φιλοξενεί το μεγαλύτερο δάσος Καστανιάς της Ελλάδας, με 4.500 στρέμματα καστανιών, εκ των οποίων τα 2.500 είναι καλλιεργήσιμα. Γύρω στις 300 οικογένειες έχουν ως δεύτερη ασχολία το κάστανο και υπολογίζεται ότι η ετήσια παραγωγή φτάνει στους 500-600 τόνους, ανάλογα με τη χρονιά. Το υπόλοιπο βουνό καλύπτεται από δάση, κυρίως οξιάς και βελανιδιάς, ενώ στα χαμηλότερα υψόμετρα περιλαμβάνει και αρκετές αγροτικές εκτάσεις. Η Τζένα και το Πίνοβο αντίθετα είναι δύο μικρά, απόκρημνα βουνά με απότομες πλαγιές, χωρίς πολλά ανοίγματα και καλλιέργειες. Οι υψηλότερες κορυφές είναι αντίστοιχα στα 2.182 και 2.156 μ.

Ο Βόρας (ή Καϊμακτσαλάν) είναι το τρίτο ψηλότερο βουνό της Ελλάδας (2.524 μ.)  και βρίσκεται στο βόρειο τμήμα του νομού Πέλλας έως τα όρια με το νομό Φλώρινας. Συνεχίζεται και πέρα από τα σύνορα στην πλευρά της ΠΓΔΜ. Καλύπτεται από πυκνά δάση δρυός, οξιάς και πεύκης, με λίγα και σχετικά μικρά ανοίγματα, χαρακτηρίζεται από μεγάλα υψόμετρα και διαθέτει και εκτενή ψευδο-αλπικά λιβάδια, όπου λειτουργεί και χιονοδρομικό κέντρο. Καθώς δεν υπάρχει επίσημη οριοθέτηση, η οριοθέτηση της περιοχής για τις ανάγκες της παρούσας έρευνας έγινε ώστε να περιλαμβάνει τον κύριο όγκο του τόξου. Καθώς η έκταση είναι μεγάλη και το τοπίο αρκετά διαφορετικό, από τις χαμηλές εκτάσεις αγροτικού χαρακτήρα γύρω από τον κάμπο της Αριδαίας, ως τα αλπικά λιβάδια του Βόρα, στην περιοχή αναμένεται να απαντώνται τα περισσότερα από τα είδη οπωροφόρων δέντρων και θάμνων που αναφέρονται στην εισαγωγή και μία συνάθροισή τους εδώ δεν θα προσέθετε κάποια πληροφορία.

Γενική περιγραφή

Η περιοχή έρευνας περιλαμβάνει τα Πιέρια Όρη, τα οποία απλώνονται στους νομούς Πιερίας, Κοζάνης και Ημαθίας . Τα Πιέρια αποτελούν τη ΒΔ προέκταση του Ολύμπου με ψηλότερη κορυφή το Φλάμπουρο (2.193 μ.). Άλλες κορυφές είναι: η Τούρλα (2.104), η Αβδέλλα (2.049 μ.), ο Αρβανίτης (2.023), η Πλάκα (1.938 μ.), το Χτένι (1.791 μ.) και οι Πέντε Πύργοι (1.710 μ.). Στα νότια της περιοχής της έρευνας περιλαμβάνεται και το όρος Τίταρος με υψόμετρο 1.839 μ. (κορυφή «Σάπκα»).

Το γεωλογικό υπόστρωμα αποτελείται κυρίως από μεταμορφωμένα πετρώματα (οφθαλμώδη, γνευσίους, σχιστόλιθους), όξινα ηφαιστιογενή πετρώματα (γρανίτες), βασικά και υπερβασικά πετρώματα (οφιόλιθους).

Η περιοχή καλύπτεται στο μεγαλύτερο μέρος της από φυλλοβόλα και κωνοφόρα δάση, με κυρίαρχα είδη την οξιά (Fagus sylvatica), τη βελανιδιά (Quercus frainetto), τη Μαύρη Πεύκη (Pinus nigra var. pallasiana) και τη Δασική Πεύκη (Pinus sylvestris). Ανάμεσα στα δάση παρατηρούνται ανοίγματα από θάμνους και λιβάδια, ενώ πάνω από τα δασοόρια υπάρχουν υπαλπικά λιβάδια.

Η οικολογική σημασία της περιοχής έγκειται κυρίως στα υψηλής ποιότητας δάση Μαύρης Πεύκης (οικότοπος προτεραιότητας) που φιλοξενεί καθώς και στη σπάνια χλωρίδα. Συγκεκριμένα, στην περιοχή καταγράφονται 7 ενδημικά ελληνικά taxa, 5 taxa που περιλαμβάνονται στον Ευρωπαϊκό Κόκκινο Κατάλογο (Festuca koritnicensis, Ranunculus fontanus, Rosa arvensis, Scrophularia heterophylla, Sempervivum marmoreum),  8 taxa (Dactylorhiza sambucina, Dianthus viscidus, Jovibarba heuffelii, Knautia magnifica, Lilium carniolicum ssp. albanicum, Lilium chalcedonicum, Orchis pallens, Viola tricolor ssp. macedonica) που προστατεύονται από την εθνική νομοθεσία

Η περιοχή είναι ορεινή και με λίγους οικισμούς, κάποιοι εκ των οποίων είναι εγκαταλελειμμένοι ή έχουν πολύ λίγους κατοίκους. Στις πλαγιές καταγράφονται αρκετές καλλιέργειες οπωροφόρων δέντρων και άλλων φυτών (φασόλια, πατάτες), τόσο ενεργές όσο και εγκαταλελειμμένες. Σε κάποιους οικισμούς σήμερα (Ελατοχώρι, Σκοτεινά κα) παρατηρείται σημαντική τουριστική ανάπτυξη.

 

 

Γενική περιγραφή

Η περιοχή έρευνας περιλαμβάνει τους ορεινούς όγκους του Βιτσίου και του Βάρυνοντα8στα ανατολικά, την περιοχή των Πρεσπών στο κέντρο και το όρος Μαλιμάδι στα νότια, ως τις παρυφές του Γράμου.

1. Πρέσπες [1]

Η περιοχή των Πρεσπών βρίσκεται στη Δυτική Μακεδονία και τη μοιράζονται τρεις χώρες, η Ελλάδα, η Αλβανία και η ΠΓΔ της Μακεδονίας. Η περιοχή περιλαμβάνει τις δύο λίμνες, Μικρή και Μεγάλη Πρέσπα, καθώς και την ευρύτερη λεκάνη αυτών που εκτείνεται έως τις κορυφές των βουνών που τις περικλείουν. Οι δύο λίμνες βρίσκονται σε υψόμετρο 853 μ. περίπου, ενώ πολλές κορυφές των γύρω βουνών ξεπερνούν τα 2.000 μ. Η Μικρή Πρέσπα ανήκει στην Ελλάδα, εκτός από ένα μικρό τμήμα στα νότια το οποίο ανήκει στην Αλβανία. Τη Μεγάλη Πρέσπα μοιράζονται και οι 3 χώρες, με το μεγαλύτερο μέρος αυτής να ανήκει στην ΠΓΔΜ.

Στην περιοχή απαντάται μια μεγάλη ποικιλία των ενδιαιτημάτων και των μορφών ζωής: από τις λίμνες και τα υγρά λιβάδια, ως τα δάση της βελανιδιάς και της οξιάς και τα αλπικά λιβάδια των βουνών. Σε αυτούς τους οικότοπους εντοπίζονται πάνω από 1500 taxa χλωρίδας, 272 είδη πουλιών, 60 είδη θηλαστικών, 23 ψάρια του γλυκού νερού, 22 είδη ερπετών και 11 αμφιβίων.

Ανάμεσα στην ποικιλία των σπάνιων ειδών χλωρίδας και πανίδας ξεχωρίζουν η ενδημική πέστροφα των Πρεσπών (Salmo peristericus), η ενδημική Κενταύρια της Πρέσπας (Centaurea prespana)  και η σημύδα (Betula pendula), χαρακτηριστικό δέντρο των ψυχρότερων περιοχών της Βόρειας Ευρώπης. Μέσα σε όλο αυτό το φυσικό πλούτο ξεχωρίζουν επίσης τα σπάνια υδρόβια πουλιά που φωλιάζουν εδώ, δηλαδή τα δύο είδη πελεκάνων, ο αργυροπελεκάνος και ο ροδοπελεκάνος, οι λαγγόνες, τα 7 είδη ερωδιών, οι σταχτόχηνες και οι χαλκόκοτες. Αξίζει να σημειωθεί ότι η Πρέσπα φιλοξενεί τη μεγαλύτερη αναπαραγωγική αποικία αργυροπελεκάνων στον κόσμο (1000-1200 ζευγάρια).

Η Πρέσπα κατοικήθηκε από τα προϊστορικά χρόνια μέχρι τις μέρες μας χωρίς να εγκαταλειφθεί τελείως, ακόμη και μετά το τέλος του Εμφυλίου πολέμου. Οι ανθρώπινες δραστηριότητες έχουν  διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση του φυσικού τοπίου και ακόμη και σήμερα αποτελούν τη βάση για τη διαμόρφωση μέτρων διαχείρισης για την προστασία της περιοχής. Ο άνθρωπος είναι παρών από τα προϊστορικά χρόνια ζώντας και μοχθώντας δίπλα στα φυσικά στοιχεία. Για αυτό ακριβώς το λόγο η Πρέσπα είναι μία περιοχή πλούσια σε ιστορικά, αρχαιολογικά και πολιτιστικά στοιχεία διασκορπισμένα και στις τρεις χώρες που μοιράζονται τις λίμνες.

2. Βίτσι [2]

Το Βίτσι είναι ένας ορεινός όγκος που υψώνεται ήρεμα στο κέντρο της Δυτικής Μακεδονίας, αποτελώντας το φυσικό σύνορο μεταξύ των νομών Φλώρινας και Καστοριάς. Το βουνό αναφέρεται το ίδιο συχνά και με την αρχαία του ονομασία Βέρνο. Το Βίτσι απλώνεται μεταξύ του βοριοανατολικού τμήματος του νομού Καστοριάς και του νοτιοδυτικού τμήματος του νομού Φλώρινας. Στα βόρεια ο αυχένας του Πισοδερίου χωρίζει το Βίτσι από τον Βαρνούντα και στα δυτικά του βουνού ο μεγάλος Λαδοπόταμος δημιουργεί την πεδιάδα των Κορεστείων. Στα ανατολικά το βουνό καταλήγει στη πεδιάδα της Φλώρινας και την ημιορεινή κοιλάδα του Λεχόβου και στα νότια, ανάμεσα στα πολλά ορεινά περάσματα, το Βίτσι συνδέεται με το όρος Μουρίκι. Η ευρύτερη έκταση του βουνού φτάνει τα 280 τ.χλμ., ενώ τα ψηλότερα σημεία απλώνονται σε μια έκταση 35 τ.χλμ. Η ψηλότερη κορυφή του βουνού, το ομώνυμο Βίτσι, φτάνει τα 2.128 μέτρα, ενώ άλλες γνωστές κορυφές είναι η Βίγλα (1.932 μέτρα), η Σικαβίτσα (1.863 μ.), το Πλατύ (1.759 μέτρα) και η Τσούκα (1.679 μέτρα).

Στο Βίτσι κυριαρχούν τα πυκνά και σχεδόν αδιαπέραστα δάση οξιάς, ενώ εμφανίζονται αρκετές συστάδες από μακεδονίτικα έλατα και μαυρόπευκα. Στις χαμηλότερες περιοχές αναπτύσσονται δάση δρυός και άλλων φυλλοβόλων. Στα ρέματα της περιοχής δημιουργούνται παραποτάμια δάση από σκλήθρα, ιτιές, γαύρους, φτελιές και σφενδάμια. Τα ποτάμια δημιουργούν πολλά φυσικά λιβάδια, ενώ μετά το δασοόριο απλώνονται υποαλπικά χορτολίβαδα. Η περιοχή είναι γνωστή για τα πολλά ανοιξιάτικα και φθινοπωρινά μανιτάρια με διασημότερο τον Βωλίτη τον εδώδιμο, αλλά και για τη παρουσία μιας αξιόλογης χλωρίδας.

3. Βαρνούντας [3]

Ο Βαρνούντας απλώνεται στα βορειοδυτικά του νομού Φλώρινας, ακριβώς πάνω στα σύνορα με την ΠΓΔΜ. Το βουνό αποτελεί την νότια κατάληξη του μεγάλου ορεινού συγκροτήματος Περιστέρι Μοναστηρίου (Πέλιστερ ή Μπάμπα στα σλαβικά), ο κύριος όγκος του οποίου απλώνεται στη γειτονική χώρα με τις ψηλότερες κορυφές να απέχουν μόλις 13 χλμ. σε ευθεία γραμμή από τα σύνορα. Στα δυτικά του βουνού βρίσκονται οι λίμνες των Πρεσπών. Στα βόρεια ενώνεται με τον υπόλοιπο όγκο του Πέλιστερ και στα ανατολικά οι πρόποδες του βουνού καταλήγουν στη πεδιάδα της Φλώρινας. Στα νότια ενώνεται με το Βίτσι μέσω του αυχένα της Βίγλας Πισοδερίου και κοιτάει το όρος Τρικλάριο ή Σφήκα που υψώνεται πάνω από τη Μικρή Πρέσπα.

Η βλάστηση στα χαμηλά του βουνού αποτελείται από δάση με πλατύφυλλες βελανιδιές (Quercus frainetto) με εξέχουσα την παρουσιά της μακεδονικής δρυός (Quercus trojana subsp trojana) στα πιο ψηλά. Στις ίδιες περιοχές οι οστριές, οι γάβροι, τα σφενδάμια και άλλα πλατύφυλλα ενώνονται με τα παρόχθια δάση των σκλήθρων. Πιο ψηλά το βουνό καλύπτεται από και μεικτά δάση οξιάς και λευκής ελάτης (Abies alba), ενώ ένα από τα χαρακτηριστικά του βουνού είναι και οι θαμνότοποι από πυξούς (Buxus sempervirens). Σε διάφορα σημεία του βουνού εμφανίζονται διάσπαρτες σημύδες. Ο Βαρνούντας είναι ένας βοτανικός παράδεισος που συνδέει τις βόρειες περιοχές της Ευρώπης με τη νότια Ελλάδα και διακρίνεται από την παρουσία πολλών σπάνιων φυτών.

[1] Πληροφορίες από τη σελίδα της Εταιρίας Προστασίας Πρεσπών https://www.spp.gr/
[2] Πληροφορίες από http://www.naturagraeca.com/
[3] Πληροφορίες από http://www.naturagraeca.com/

Γενική περιγραφή

Το ορεινό συγκρότημα του Γράμου, βόρεια απόληξη της οροσειράς της Πίνδου, απλώνεται στους Νομούς της Καστοριάς και των Ιωαννίνων, χωρίζοντας τη Δυτική Μακεδονία από την Ήπειρο και ταυτόχρονα την Ελλάδα από τη γειτονική Αλβανία. Υψώνεται μέχρι τα 2520 μ., αποτελώντας το τέταρτο ψηλότερο βουνό στην Ελλάδα. Στα νοτιοανατολικά ο ορεινός όγκος συνεχίζει με τα Όντρια και το Βόιο, το οποίο χωρίζεται από το Γράμο με τον ποταμό Σαραντάπορο.

Το ιδιαίτερο γεωλογικό υπόβαθρο, με πετρώματα σπάνια όπως του σερμπεντίνη, το υγρό κλίμα και κυρίως η απομόνωση των ορεινών αυτών περιοχών έχουν διαμορφώσει μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα χλωρίδα. Ο χλωριδικός κατάλογος, χωρίς να είναι σίγουρα εξαντλητικός, περιλαμβάνει 487 κατηγορίες (είδη, υποείδη και ποικιλίες). Δεκάδες από αυτά είναι σπάνια ή σημαντικά, ενώ 21 είναι ενδημικά του Γράμου, της Βόρειας Πίνδου ή της ευρύτερης ορεινής περιοχής. Η βλάστηση αυτή απλώνεται σε μια μεγάλη ποικιλία διαφόρων τύπων οικοτόπων, ανάμεσα στους οποίους αξίζει να σημειώσουμε σίγουρα τα αλπικά λιβάδια, τους πέτρινους σχηματισμούς και τις υδατοσυλλογές που βρίσκονται σπαρμένες σε όλη την έκταση.

Στα δάση του Γράμου απαντώνται σταθεροί πληθυσμοί πολλών μεγάλων θηλαστικών: Βίδρες (Lutra lutra) – «δείκτες» της καθαρότητας των ρεμάτων της περιοχής, λύκοι (Canis lupus), αγριόγατες (Felix sylvestris), ζαρκάδια (Capreolus capreolus), αγριογούρουνα (Sus scrofa) και άλλα μικρότερα. Στα υπαλπικά λιβάδια, στις πλέον απόκρημνες βραχώδεις ή δασωμένες πλαγιές, βρίσκουν επίσης καταφύγιο μικρά κοπάδια Αγριόγιδου (Rupicapra rupicapra balcanica), αυτού του σπάνιου οπληφόρου των βαλκανικών βουνών.

Τα βουνά αυτά φιλοξένησαν για αιώνες διαφορετικές φυλές, γλώσσες, θρησκείες και τέχνες. Ψηλότερα στο βουνό, οι κοινότητες των βλάχων, αρχικά κτηνοτροφικές, εξελίχθηκαν σε κέντρα εμπορίου, βιοτεχνίας και πολιτισμού. Κοντά τους, ανέβαιναν με τα κοπάδια τους Αρβανιτόβλαχοι και Σαρακατσάνοι. Νοτιανατολικά, τα χωριά των μουσουλμάνων και των αλβανών μπέηδων και τα μαστοροχώρια του Σαραντάπορου, γνωστά για τους μαστόρους της πέτρας «που έχτισαν τον κόσμο». Ακόμα, χωριά σλαβόφωνα κοντά στην σημερινή μεθόριο, αλλά και χωριά των προσφύγων που προστέθηκαν μετά τις ανταλλαγές του ’24. Οι αιώνες συμβίωσης διακόπηκαν από τους μεγάλους πολέμους του 20ου αιώνα, τους δύο Παγκόσμιους, τους Βαλκανικούς και τον Εμφύλιο. Η ανταλλαγή πληθυσμών και τέλος η μετανάστευση και η αστυφιλία ερήμωσαν σχεδόν όλα τα χωριά, αφήνοντας μόνο λίγα κέντρα, όπως το Νεστόριο. Μετά ιδιαίτερα τις δεκαετίες του ’40 και του ’60, η περιοχή θα χάσει τα 2/3 των κατοίκων της.

 

Το Εθνικό Πάρκο Βόρειας Πίνδου ιδρύθηκε το 2005 με την ΚΥΑ  23069/ΦΕΚ 639Δ’ (14/6/2005). Βρίσκεται στη βορειοδυτική Ελλάδα και διοικητικά ανήκει στις Περιφερειακές Ενότητες Ιωαννίνων και Γρεβενών. Αποτελεί το μεγαλύτερο χερσαίο  Εθνικό Πάρκο της χώρας μας, με έκταση 1.969.741 στρέμματα περιλαμβάνοντας στα όρια του ολόκληρη την περιοχή του Ζαγορίου, περιοχές της Κόνιτσας και του Μετσόβου, καθώς και το δυτικό τμήμα της Περιφερειακής Ενότητας Γρεβενών. Η δημιουργία του Εθνικού Πάρκου Βόρειας Πίνδου με την ενοποίηση των περιοχών αυτών έχει ως κύριο σκοπό τη διατήρηση, προστασία και ανάδειξη της φυσικής και πολιτιστικής κληρονομιάς της περιοχής.

Το Εθνικό Πάρκο περιλαμβάνει το δεύτερο σε ύψος βουνό της χώρας μας, το Σμόλικα (2.637m), την επιβλητική οροσειρά της Τύμφης, τον ορεινό όγκο του Λύγκου, της Βασιλίτσας, του Μιτσικελίου και άλλα χαμηλότερα βουνά. Εντός της προστατευόμενης περιοχής πηγάζουν οι ποταμοί Αώος, Βοϊδομάτης και Βενέτικος καθώς και οι παραπόταμοι του Αράχθου: Βάρδας και Ζαγορίτικος. Εντυπωσιακό στοιχείο του Εθνικού Πάρκου αποτελούν τα φαράγγια και οι χαράδρες με κυριότερα το φαράγγι του Βίκου και τη χαράδρα του Αώου στην περιοχή των Ιωαννίνων, τα φαράγγια Πορτίτσας, Μικρολίβαδου και Τσούργιακα στην περιοχή των Γρεβενών.

Οι ψηλές και απόκρημνες κορυφές δημιουργούν ένα έντονο και πολυσχιδές ανάγλυφο με ποικιλία οικοτόπων και ειδών. Σε όλη την έκταση του Εθνικού Πάρκου, φιλοξενούνται πολλά σπάνια, ενδημικά και απειλούμενα είδη συνθέτοντας μια εξαιρετική βιοποικιλότητα, η οποία καθορίζει και την ιδιαίτερη οικολογική αξία της περιοχής.

Στο Εθνικό Πάρκο της Βόρειας Πίνδου απαντώνται 2.100 περίπου είδη φυτών, στα οποία περιλαμβάνονται εντυπωσιακά λουλούδια όπως τα πέντε είδη άγριου κρίνου: λείριο το πάλλευκο (Lillium candidum), λείριο το χαλκηδονικό (Lillium chalcedonicum), λείριο του Χελδράιχ (Lillium heldraichi), λείριο το αλβανικό (Lillium albanicum) και λείριο το μάρταγον (Lillium martagon). Κάποια είδη, όπως το Lillium martagon, εντοπίζεται μόνο στην Ελλάδα και πουθενά αλλού στον κόσμο. Στο Πάρκο εντοπίζεται, επίσης, το σπάνιο ασιατικό φυτικό είδος Veronica bornmuelleri.

H άγρια πανίδα του Εθνικού Πάρκου Βόρειας Πίνδου είναι πλούσια τόσο σε συνολικό αριθμό ειδών, όσο και σε σπάνια και προστατευόμενα είδη. Σχεδόν όλα τα μεγάλα θηλαστικά της ηπειρωτικής Ελλάδας, είτε είναι σπάνια, όπως η αρκούδα (Ursus arctos), ο λύκος (Canis lupus), ο αγριόγατος (Felis sylvestris), η βίδρα (Lutra lutra), το αγριόγιδο (Rupicapra rupicapra balcanica) και το ζαρκάδι (Capreolus capreolus), είτε περισσότερο κοινά, όπως το αγριογούρουνο (Sus scrofa), παρουσιάζουν αξιόλογους πληθυσμούς στην περιοχή. Άλλα μικρότερα θηλαστικά που απαντώνται στο Εθνικό Πάρκο είναι: η αλεπού (Vulpes vulpes), ο ασβός (Meles meles), ο λαγός (Lepus capenis), ο σκαντζόχοιρος (Erinaceus concolor), ο σκίουρος (Sciurus vulgaris), το κουνάβι (Martes foina), το σπάνιο δασοκούναβο (Martes martes), πολλά μικροθηλαστικά και αρκετά είδη νυχτερίδων. Συνολικά στο Εθνικό Πάρκο απαντώνται πάνω από 60 είδη θηλαστικών.

Το  Εθνικό Πάρκο Βόρειας Πίνδου περικλείει 68 οικισμούς εντός του ενώ άλλοι 14 οικισμοί βρίσκονται στα όρια αυτού. Οι οικισμοί του διακρίνονται σε πέντε ανθρωπογεωγραφικές ενότητες.

 

 

Τα Αθαμάνια όρη ή Τζουμέρκα όπως είναι πιο γνωστά, αποτελούν τμήμα του Εθνικού Πάρκου Τζουμέρκων, Περιστερίου και Χαράδρας Αράχθου  που γεωγραφικά απλώνεται στις ορεινές περιοχές, των νομών Ιωαννίνων, Άρτας και Τρικάλων (Κεντρικό τμήμα της οροσειράς της Πίνδου). Στα όρια του περιέχει δύο μεγάλα ορεινά συγκροτήματα: το Λάκμο (Περιστέρι) και τα Αθαμανικά όρη (ή Τζουμέρκα). Το Εθνικό Πάρκο θεσμοθετήθηκε το 2009, με προεδρικό διάταγμα (ΦΕΚ 49Δ/12.02.2009) και καταλαμβάνει έκταση περίπου 820 τετρ. χιλ. Στα όρια του περιέχει δύο μεγάλα ορεινά συγκροτήματα: το όρος Λάκμος (ή Περιστέρι)  και τα Αθαμανικά όρη (ή Τζουμέρκα).

Το ισχυρό ανάγλυφο, οι μεγάλες υψομετρικές διαφορές (144μ.-2.429μ.) και η έντονη παρουσία του υδάτινου στοιχείου, συμβάλλουν στη δημιουργία ενός πολυποίκιλου μωσαϊκού βιοτόπων. Στα διαφορετικά ενδιαιτήματα φύονται πολλά σπάνια ή και ενδημικά είδη φυτών. Στα χερσαία οικοσυστήματα της περιοχής έχουν καταγραφεί 17 τύποι οικοτόπων και 30 τύποι και υποτύποι υδάτινων οικοτόπων.

Αν και η περιοχή του Εθνικού Πάρκου Τζουμέρκων, Περιστερίου και Χαράδρας Αράχθου, δεν έχει μελετηθεί εξονυχιστικά όσον αφορά τα είδη της χλωρίδας, από τις μελέτες και επιστημονικές δημοσιεύσεις που πραγματοποιήθηκαν κατά το παρελθόν, γνωρίζουμε ότι στην περιοχή φύονται περίπου 700 είδη φυτών.

Οι πλαγιές του Λάκμου και των Τζουμέρκων χαρακτηρίζονται από μεγάλη ποικιλία ενδιαιτημάτων  που ευνοούν την ανάπτυξη σπάνιων αλπικών φυτών και χασμόφυτων. Το Barbarea sicula φύεται σε υγρά λιβάδια κοντά σε ρέματα, το Centaurea affinis, στολίζει βραχώδεις θέσεις και το Cardamine raphanifolia απαντάται σε κάθυγρα λιβάδια και υγρές βραχώδεις θέσεις κοντά σε χείμαρρους πάνω σε ασβεστόλιθο ή σερπεντίνη.

Στους διαφορετικούς βιοτόπους συναντώνται πολλά σπάνια και προστατευόμενα είδη θηλαστικών όπως η βίδρα, η καφέ αρκούδα, το αγριόγιδο. Η περιοχή είναι ιδιαίτερα σημαντική για τους πληθυσμούς των πουλιών, ενώ έχουν καταγραφεί εκατοντάδες είδη ασπόνδυλων, ψαριών, αμφιβίων και ερπετών.

Το Εθνικό Πάρκο αποτελεί ένα τεράστιο υπαίθριο μουσείο λαογραφίας και συνδυάζει με μοναδική αρμονία, χαρακτηριστικά, τόσο του φυσικού, όσο και του ανθρωπογενούς περιβάλλοντος. Πέτρινα γεφύρια, πολιτισμικά μνημεία, παραδοσιακοί οικισμοί, έργα από τα χέρια των ανθρώπων, τα οποία συνδυάζονται αρμονικά με τα έργα της φύσης: πανέμορφα τοπία, απόκρημνα βουνά, φαράγγια, σπήλαια. Όσον αφορά στα κτηνοτροφικά είδη, αξίζει να αναφερθούμε στην εκτροφή του προβάτου καλαρρύτικης φυλής (μπούτσικο) από τους κατοίκους των χωριών Καλαρρύτες και Συρράκο.

Αρχική

Τα Θεσπρωτικά όρη (ή Μπαλτανέσι) είναι το βουνό πάνω από το χωριό Θεσπρωτικό της Π.Ε. Πρέβεζας με ψηλότερη κορυφή το Θησαυρό με υψόμετρο 1286 μέτρα. Στον ίδιο ορεινό όγκο περιλαμβάνεται και το βουνό Ζαρκοράχη πάνω από το χωριό Ριζοβούνι. Η κορυφή Ζαρκόραχη είναι η ψηλότερη του βουνού με υψόμετρο 1332 μέτρα, η κορυφή Προφήτης Ηλίας έχει υψόμετρο 1258 μέτρα, η κορυφή Αλογομάνδρα 1014 μέτρα, και η κορυφή Μεγάλη Τσούκα  957  μέτρα.

Τα Όρη Σουλίου βρίσκονται ανάμεσα στα όρη Παραμυθιάς και Θεσπρωτικά όρη, στα όρια των νομών Ιωαννίνων, Θεσπρωτίας και Πρεβέζης στην Ήπειρο. Το μέγιστο ύψος τους φτάνει τα 1.615 μέτρα. Συνδέονται στα δυτικά με τα Όρη της Παραμυθιάς και στα ανατολικά με το Όρος Τόμαρος. Από τα βόρεια προς τα νότια του στενόμακρου όγκου, ξεχωρίζουν οι κορφές: Ζυγαριά, 1.392 μ., Αλυσός υψ. 1.615 (ψηλότερη)  μ.,  Ανώνυμη 1.232 μ., Πεζούλια 1.301 μ., Καστανιά 1.157 μ., Σφεντόνα 1.286 μ., Κακοσούλι 1.553 μ., Αλογομάντρι 1.340 μ., Μούργκα 1.201 μ., Ραϊδοβούνι 1.342 μ., Τσούκα 1.211 μ. στο νότιο μέρος του στενόμακρου όγκου

Τα Όρη Παραμυθιάς ή Γκορίλας είναι βουνό με μέγιστο υψόμετρο 1.658 μέτρα. Βρίσκεται στα όρια του νομού Ιωαννίνων και του νομού Θεσπρωτίας και συνδέεται με τα Όρη Σουλίου. Η δεύτερη του ονομασία Γκορίλας ή Γορίλας αλλά και Κουρίλας, προέρχεται από το παλαιοσλαβικό Gor που σημαίνει βουνό.

Η Λάκκα Σουλίου είναι ορεινή περιοχή με χαμηλά βουνά και λόφους (Λίππας, Κουρύλα). Οριοθετείται από τον Τόμαρο (1.974μ.) και τη νότια προέκτασή του στα ανατολικά, από τα Θεσπρωτικά όρη (1.274μ.) στα νότια, από τα όρη Σουλίου (1.615) στα δυτικά και από το νότιο τμήμα των Κουρεντιακών ορέων (1.172μ.) στα βόρεια.

Τα βουνά, εκτός του όρους Γκορίλα (Παραμυθιάς), είναι σχεδόν γυμνά από δάση κυρίως λόγω της εντατικής κτηνοτροφίας. Η υπόλοιπη περιοχή είναι κατάφυτη από κουμαριές, πουρνάρια, φελίκη, ερείκη, μυρτιές και πολλά άλλα δέντρα της μεσογειακής βλάστησης. Το έδαφος είναι κατά το πλείστον φλύσχης, αργιλώδες και προσχοσυγενές στις μικρές κοιλάδες και ασβεστολιθικό στα βουνά τόσο των Σουλιώτικων όσο και της Ολύτσικας, όπου υπάρχει μικρό οροπέδιο. Ανάμεσα από τα βουνά και σε πολλούς λόφους υπάρχουν και σχιστολιθικά πετρώματα (μαυρόπλακα) που χρησιμοποιούνταν παλαιότερα αποκλειστικά για τις στέγες των σπιτιών.

Στις βραχώδεις πλαγιές των βουνών φωλιάζουν πολλά είδη αρπακτικών πουλιών, όπως γερακίνες, ξεφτέρια, βραχοκιρκίνεζα, ασπροπάρηδες και φιδαετοί. Μεγάλα θηλαστικά, όπως λύκοι και αγριογούρουνα, αναζητούν τροφή και καταφύγιο στις δασωμένες πλαγιές του φαραγγιού, ενώ άλλα θηλαστικά της περιοχής είναι η αλεπού, ο ασβός, το πετροκούναβο, η νυφίτσα, η αγριόγατα και ο δασοποντικός. Στα νερά του ποταμού Αχέροντα ζει η βίδρα, ένα σπάνιο υδρόβιο θηλαστικό που ζει μόνο σε καθαρά νερά. Τέλος, στα νερά του Αχέροντα αναπαράγονται περισσότερα από εννέα είδη ψαριών, ένα από τα οποία είναι ο περίφημος αχερωνογοβιός, ένα ενδημικό είδος που πήρε το όνομα του από το ποτάμι.