Hit enter to search or ESC to close

«Έκθεση αποτελεσμάτων καταγεγραμμένων ποικιλιών»

1. Εισαγωγή - περίληψη έκθεσης
Σύμφωνα με το Τεχνικό Δελτίο, σκοπός του συγκεκριμένου Παραδοτέου είναι η «Συγκέντρωση όλων των διαθέσιμων δεδομένων από τη βιβλιογραφία, προηγούμενα έργα, αρχεία και άλλες πηγές για τις καταγεγραμμένες τοπικές, παραδοσιακές ποικιλίες οπωροφόρων δέντρων και θάμνων, καθώς και ταυτοποιημένων και καλλιεργούμενων αυτοφυών καρποφόρων, σε μία ενιαία βάση δεδομένων και η αποτύπωσή́ τους σε ένα ενιαίο χάρτη για όλη τη χώρα».

Για το σκοπό αυτό, συνεργάστηκαν οι φορείς του έργου ΣΥΣΤΑΔΑ, ΤΕΙ Ηπείρου, ΕΛΓΟ – Δήμητρα και Verus+. Οι βασικές εργασίες που περιελάμβανε το Παραδοτέο ήταν:

  • Η διαμόρφωση της Βάσης Δεδομένων στην οποία θα ενταχθούν τα δεδομένα από τη βιβλιογραφική επισκόπηση, αλλά τα πρωτογενή δεδομένα που θα συλλεχθούν στη διάρκεια του έργου.
  • Η διερεύνηση της διαθέσιμης βιβλιογραφίας για τοπικές, παραδοσιακές ποικιλίες οπωροφόρων δέντρων και των επιλεγμένων καρποφόρων αυτοφυών φυτών.

Οι εργασίες αυτές πραγματοποιήθηκαν από την έναρξη του έργου (10/7/2018) ως και τις 10/3/2019 (8 μήνες).

Η παρούσα έκθεση περιγράφει και τεκμηριώνει τις παραπάνω εργασίες. Τμήμα του παρόντος Παραδοτέου αποτελούν και τα ηλεκτρονικά αρχεία της Βάσης Δεδομένων, τα οποία θα βρίσκονται διαθέσιμα στη διεύθυνση https://ecovariety.azurewebsites.net.

2. Επισκόπηση υφιστάμενων δεδομένων για παραδοσιακές ποικιλίες οπωροφόρων

2.1.  Ορισμός αντικειμένου

Σύμφωνα με το Τεχνικό Δελτίο, αντικείμενο του προτεινόμενου έργου είναι η συλλογή, αναγνώριση, αξιολόγηση και πιλοτική αξιοποίηση τοπικών παραδοσιακών ποικιλιών και αυτοφυών οπωροφόρων δέντρων και θάμνων. Σύμφωνα με τη διεθνή βιβλιογραφία, ως τοπική ποικιλία ορίζεται ένας δυναμικός πληθυσμός ο οποίος έχει ιστορική προέλευση, διακριτή ταυτότητα και στερείται επιστημονικής βελτιωτικής παρέμβασης. Μία τοπική ποικιλία είναι συχνά επίσης γενετικά ποικιλόμορφη, έχει τοπική προσαρμοστικότητα και συνδέεται με παραδοσιακά συστήματα καλλιέργειας.[1]

 

2.2.  Επισκόπηση θεσμικών μητρώων και καταλόγων

Η επισκόπηση της υφιστάμενης κατάστασης όσο αφορά την καταγραφή παραδοσιακών ποικιλιών οπωροφόρων δέντρων, ξεκίνησε από τα επίσημα δεδομένα της χώρας. Σε αυτό το επίπεδο, η σημαντικότερη βάση αναφοράς είναι ο «Εθνικός κατάλογος ποικιλιών και υποκειμένων φυτικών ειδών καρποφόρων δένδρων, θάμνων και λοιπών μικρών καρποφόρων». Αναφορές τοπικών ποικιλιών γίνονται επίσης στο πλαίσιο του Προγράμματος Αγροτικής Ανάπτυξης 2014-2020, χωρίς όμως περισσότερα στοιχεία. Τέλος, αναζητήθηκαν και συγκεντρώθηκαν επίσης τα δεδομένα που προέρχονται από τον ΟΠΕΚΕΠΕ και την ΕΛΣΤΑΤ για τις δενδρώδεις καλλιέργειες. Ωστόσο, δεν αναφέρονται εδώ γιατί δεν προσφέρουν συγκεκριμένα στοιχεία σε σχέση με τις καλλιεργούμενες ποικιλίες.

 

         i.            Εθνικός κατάλογος ποικιλιών

Στον «Εθνικό κατάλογο ποικιλιών και υποκειμένων φυτικών ειδών καρποφόρων δένδρων, θάμνων και λοιπών μικρών καρποφόρων» εγγράφονται διαδοχικά ποικιλίες, για τις οποίες συμπληρώνονται οι παρακάτω πληροφορίες:

  • ΓΕΝΟΣ
  • ΕΙΔΟΣ
  • ΚΟΙΝΟ ΟΝΟΜΑ
  • ΟΝΟΜΑ ΠΟΙΚΙΛΙΑΣ
  • ΟΡΙΣΤΙΚΗ ΟΝΟΜΑΣΙΑ
  • Α.Μ. ΙΕΠΚΦ
  • ΚΩΔΙΚΟΣ ΔΙΑΤΗΡΗΤΗ
  • ΔΙΑΤΗΡΗΤΗΣ
  • ΕΤΟΣ ΕΓΓΡ.
  • ΕΤΟΣ ΑΝΑΝΝΕΩΣΗΣ ΕΓΓΡΑΦΗΣ
  • ΛΗΞΗ ΙΣΧΥΟΣ ΕΓΓΡΑΦΗΣ

Οι εγγραφές μέσα από Υπουργικές Αποφάσεις. Οι τελευταίες εγγραφές είναι:

  • ΥΑ αριθμ. 396851/08-10-1992 (ΦΕΚ 626 Β): Εγγραφή ποικιλιών στον “Εθνικό κατάλογο ποικιλιών και υποκειμένων φυτικών ειδών καρποφόρων δενδρων, θάμνων και λοιπών μικρών καρποφόρων
  • ΥΑ αριθμ. 329584/13-9-1996 (ΦΕΚ 890 Β): Εγγραφή ποικιλιών στον Εθνικό Κατάλογο ποικιλιών και υποκειμένων φυτικών ειδών καρποφόρων δένδρων, θάμνων και λοιπών μικρών καρποφόρων.
  • ΥΑ αριθμ. 6774/95986/24-7-2014 (ΦΕΚ 2130 Β): Εγγραφή, ανανέωση και διαγραφή ποικιλιών από τον Εθνικό Κάτάλογο Ποικιλιών Καλλιεργούμενων Φυτικών Ειδών.
  • ΥΑ αριθμ. 3401/144590/22-12-2016 (ΦΕΚ 4460/Β): Αντικατάσταση της αρ. 3247/137259/6-12-2016 απόφασης του Υφυπουργού Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων “Μητρώο ποικιλιών, σύμφωνα με το άρθρο 4 της αρ. 2955/120333/26-10-2016 Υπουργικής Απόφασης (Β 3603)” (Β 4044).

Στην πιο πρόσφατη εκδοχή του Καταλόγου, καταγράφονται συνολικά 320 ποικιλίες, κατανημένες σε γένη και είδη όπως παρακάτω:

Γένος – Είδος Αριθμός ποικιλιών
ACTINIDEA 1
ACTINIDEA CHIMENSIS L. 1
AMYGDALUS 8
AMYGDALUS COMMUNIS L. 8
CITRUS 106
C. RETICULATA X C. PARADISI 2
CITRUS AURANTIFOLIA 3
CITRUS AURANTIUM L. 1
CITRUS BERGAMIA 1
CITRUS GRANDIS 1
CITRUS LIMON L. 19
CITRUS PARADISI 15
CITRUS RETICULATA, C. UNSHIU 23
CITRUS SINENSIS L. 40
CITRUS TANGERINA 1
CORYLUS 4
CORYLUS AVELANA L. 4
CYDONIA 2
CYDONIA VULGARIS PERS 2
FORTUNELLA 2
FORTUNELLA JAPONICA 2
JUGLANS 13
JUGLANS REGIA L. 13
MALUS 32
MALUS DOMESTICA 32
OLEA 65
OLEA EUROPAEA L. 65
PERSEA 9
PERSEA AMERICANA MILL 9
PISTACIA 10
PISTACIA LENTISCUS VAR CHIA 3
PISTACIA VERA L. 7
PRUNUS 49
PRUNUS ARMENIACA L. 4
PRUNUS AVIUM 11
PRUNUS DOMESTICA L. 3
PRUNUS PERSICA batch Var. Nectarina 4
PRUNUS PERSICA L. BATSCH 16
PRUNUS SALICINA 11
PYRUS 19
PYRUS COMMUNIS L. 17
PYRUS SEROTINA Render- PYRUS PYRIFOLIA Nakai 2
Σύνολο 320

 

Τα δεδομένα του Εθνικού Καταλόγου δεν αρκούν για να κριθεί ποιες ποικιλίες μπορούν να χαρακτηριστούν ως τοπικές παραδοσιακές, οπότε δεν καταχωρήθηκε κάποια από αυτές στη Βάση Δεδομένων του παρόντος έργου. Ωστόσο, ο Εθνικός Κατάλογος θα χρησιμοποιηθεί κατά την επιτόπια έρευνα ως σημείο αναφοράς, ώστε να ελέγχεται αν κάποια από τις ποικιλίες που θα βρεθούν συμπερλαμβάνεται ήδη σε αυτόν.

 

       ii.            Πρόγραμμα Αγροτικής Ανάπτυξης 2014-2020

Η ανάγκη διατήρησης των τοπικών, παραδοσιακών ποικιλιών στις προτεραιότητες του Προγράμματος Αγροτικής Ανάπτυξης 2014-2020, το οποίο αφιερώνει τη Δράση 10.1.10 (Μέτρο 8.2.10.3.10) στην «Προστασία τοπικών αβελτίωτων πληθυσμών – ποικιλιών που κινδυνεύουν από γενετική διάβρωση», μέσω προώθησης της καλλιέργειάς τους (in situ conservation).

Μέσω της δράσης, οι δικαιούχοι ενισχύονται για να καλλιεργούν τους αβελτίωτους πληθυσμούς – ποικιλίες που αναφέρονται στο σχετικό πίνακα Μ10-28 (σ. 793-795). Στον πίνακα αυτό περιλαμβάνονται:

  • 7 ποικιλίες κερασιάς
  • 3 μηλιάς,
  • 3 πορτοκαλιάς,
  • 9 αχλαδιάς,
  • 1 βερικοκιά,
  • 1 μανταρινιά,
  • 6 ροδιές,
  • 9 αμυγδαλιάς,
  • 1 λεμονιάς,
  • 3 συκιάς,
  • 4 ροδακινιάς,
  • 6 δαμασκηνιάς,

προερχόμενες από τις εξής Περιφερειακές Ενότητες:

  • Σέρρες (2)
  • Ιωάννινα
  • Αττική
  • Κατερίνη (2)
  • Σάμος (2)
  • Κομοτηνή
  • Λέσβος (6)
  • Μαγνησία (5)
  • Άνδρος (14)
  • Μεσσηνία (2)
  • Λέσβος (6)
  • Ημαθίας (6)
  • Λήμνος
  • Χίος (2)
  • Έβρος
  • Κήθυρα
  • Σαμοθράκη
  • Φθιώτιδα (2)
  • Σκόπελος (3)

Για τις ποικιλίες αυτές αναφέρεται επίσης εκτιμώμενη σημερινή έκταση εξάπλωσης, καθώς και τιμή-στόχο. Όπως φαίνεται, στον πίνακα περιλαμβάνεται μικρός αριθμός οπωροφόρων δέντρων, αναφορικά με τον πλούτο που υπάρχει στις διάφορες περιοχές της χώρας. Ειδικότερα, μεγάλη έλλειψη παρατηρείται για τα πιο ορεινά είδη και τους Νομούς της Β. Ελλάδας (ενδεικτικά, αναφέρονται μόνο 6 ποικιλίες κερασιάς και ροδιάς από 5 Νομούς). Η απουσία αυτή αντανακλά και το μικρό βαθμό ανάπτυξης της σχετικής έρευνας, η οποία υπολείπεται της αντίστοιχης για τα σιτηρά ή το οπωροκηπευτικά.

 

2.3.  Δεδομένα από δίκτυα παραγωγών και ΜΚΟ

Πέρα από τις επίσημες αναφορές, τα τελευταία χρόνια αναπτύσσονται αξιόλογες προσπάθειες διατήρησης τοπικών παραδοσιακών ποικιλιών από δίκτυα παραγωγών και Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις. Οι σημαντικότερες από αυτές είναι:

  • η Εναλλακτική Κοινότητα «Πελίτι»[2],
  • το Δίκτυο για τη Βιοποικιλότητα και την Οικολογία στη Γεωργία «Αιγίλοπας»[3],
  • η Κιβωτός Σπόρων Αιγαίου του Ινστιτούτου Θαλάσσιας Προστασίας «Αρχιπέλαγος»[4].

Από τα παραπάνω, διερευνήθηκαν βιβλιογραφικά:

  • Το Δελτίο που εκδίδει το Δίκτυο για τη Βιοποικιλότητα και την Οικολογία στη Γεωργία «ΑΙΓΙΛΟΠΑΣ»
  • Η ετήσια περιοδική έκδοση «Κατά τόπους αγροκτήματα» που εκδίδει η «Εναλλακτική Κοινότητα Πελίτι».

Συγκεκριμένα δημοσιευμένα δεδομένα για παραδοσιακές τοπικές ποικιλίες οπωροφόρων διαθέτουμε από την τελευταία. Η Εναλλακτική Κοινότητα «Πελίτι», ιδρύθηκε άτυπα το 1995 και με νομική μορφή το 2003. Βασικές δραστηριότητές της είναι η ανταλλαγή σπόρων μεταξύ παραγωγών και η ετήσια διοργάνωση της ετήσιας «Γιορτής Σπόρων». Στο πλαίσιο του «Πελίτι» λειτουργεί από το 2000 το δίκτυο καλλιεργητών «Κατά Τόπους Αγροκτήματα…», με σκοπό τη ζωντανή διατήρηση, διάδοση και διάσωση των παραδοσιακών ποικιλιών. Με τον ίδιο τίτλο, κυκλοφορεί ανά τακτά διαστήματα ένα δελτίο, το οποίο καταγράφει τους καλλιεργητές, την περιοχή τους και τις ποικιλίες που διατηρούν. Το πιο πρόσφατο τεύχος είναι το 16ο, το οποίο κυκλοφόρησε το Σεπτέμβριο του 2017. Σε αυτό, αναφέρονται:

  • 5 καλλιεργητές που διαθέτουν ποικιλίες βερικοκιάς
  • 9 καλλιεργητές που διαθέτουν ποικιλίες μηλιάς
  • 7 καλλιεργητές που διαθέτουν ποικιλίες αχλαδιάς
  • 2 καλλιεργητές που διαθέτουν ποικιλίες κερασιάς
  • 4 καλλιεργητές που διαθέτουν ποικιλίες συκιάς
  • 1 καλλιεργητής που διαθέτει ποικιλία ροδιάς
  • 1 καλλιεργητής που διαθέτει ποικιλία ροδακινιάς
  • 3 καλλιεργητές που διαθέτουν ποικιλίες δαμασκηνιάς
  • 2 καλλιεργητές που διαθέτουν ποικιλίες πορτοκαλιάς
  • 2 καλλιεργητές που διαθέτουν ποικιλίες βατομουριάς
  • 2 καλλιεργητές που διαθέτουν ποικιλίες καρυδιάς
  • 1 καλλιεργητής που διαθέτει ποικιλία αμυγδαλιάς
  • 1 καλλιεργητής που διαθέτει ποικιλία μουριάς

Οι παραπάνω αναφορές δεν μπορούν να περάσουν απευθείας στη Βάση Δεδομένων, καθώς δεν περιλαμβάνουν καμία άλλη πληροφορία. Όσες από αυτές αναφέρονται εντός των περιοχών έρευνας ωστόσο, θα αξιοποιηθούν κατά την επιτόπια έρευνα.

 

2.4.  Προηγούμενα ερευνητικά έργα

Μετά από σχετική αναζήτηση, εντοπίστηκαν τα παρακάτω προηγούμενα ερευνητικά έργα με παρόμοιο αντικείμενο (αναζήτηση και αξιολόγηση παραδοσιακών ποικιλιών οπωροφόρων δέντρων).

  1. «ΝΕΑ ΓΝΩΣΗ: Καταγραφή και αξιολόγηση του γενετικού υλικού των απειλούμενων τοπικών ειδών και ποικιλιών»[5]. Το έργο υλοποιήθηκε στην Περιφέρεια Ηπείρου. Φορέας υλοποίησης ήταν το ΤΕΙ Ηπείρου και επιστημονικός υπεύθυνος ο κ. Γιώργος Πατακιούτας, οι οποίοι μετέχουν (ως Συντονιστής Φορέας και Συντονιστής αντίστοιχα) και στο παρόν έργο. To αντικείμενο αφορούσε την έρευνα, καταγραφή και αξιολόγηση ντόπιων ποικιλιών κηπευτικών και δενδρωδών καλλιεργειών. Σκοπός της πράξης ήταν η διάσωση των απειλούμενων αξιόλογων ειδών και ποικιλιών. Στο πλαίσιο του προγράμματος εντοπίστηκαν, επιλέχθηκαν και αξιολογήθηκαν 12 οπωροφόρα δέντρα.
  2. «ΚΑΤΑΓΡΑΦΗ ΚΑΙ ΜΕΛΕΤΗ ΤΟΠΙΚΩΝ ΠΟΙΚΙΛΙΩΝ ΚΑΛΛΙΕΡΓΟΥΜΕΝΩΝ ΔΕΝΔΡΩΝ ΚΑΙ ΑΜΠΕΛΟΥ ΣΤΟ ΝΗΣΙ ΤΗΣ ΛΕΣΒΟΥ ΣΤΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΟΥ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΟΣ AGRISLES». Το έργο υλοποιήθηκε στο νησί της Λέσβου με τη συνεργασία του Περιφερειακού Ταμείου Ανάπτυξης Βορείου Αιγαίου υπό την επίβλεψη της κας Τσίγγου Ραλλού, επιστημονικής υπεύθυνης του έργου. Τα αποτελέσματα δημοσιεύθηκαν το 2013 από το ΓΕΩΤΕΕ – Περιφερειακό Παράρτημα Αιγαίου. Έγιναν επισκέψεις σε 30 χωριά και περιοχές της Λέσβου και πραγματοποιήθηκαν επαφές με 200 περί- που κατοίκους του νησιού. Συνολικά, εντοπίστηκαν 136 τοπικές ποικιλίες, που κατανέμονταν σε 13 διαφορετικά δεν- δρώδη είδη, σε 22 διαφορετικά χωριά της Λέσβου. Τα είδη με την ευρύτερη χωρική διασπορά στο νησί εμφανίζονται να είναι η Αχλαδιά και το Αμπέλι, που εντοπίστηκαν σε 16 και 13 περιο- χές αντίστοιχα. Ο μεγαλύτερος αριθμός διαφορετικών τοπικών ποικιλιών σημειώθηκε για την Αχλαδιά, για την οποία αναφέρθηκαν 46 διαφορετικές ποικιλίες, ενώ για το Αμπέλι βρέθηκαν 20 ποικιλίες.
  3. «Καταγραφή και συλλογή τοπικών ποικιλιών σε χωριά και οικισμούς πέντε τέως Δήμων της Μεσσηνίας». Η έρευνα πραγματοποιήθηκε από το Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών, Εργαστήριο Βελτίωσης Φυτών και Γεωργικού Πειραματισμούτους και συγκεκριμένα από τους Δροσινού Ιουλία, Θανόπουλος Ροίκος, Μπεμπέλη Πηνελόπη, Οικονόμου Ανδρομάχη, Παπά Ελένη, το 2013. Εντοπίστηκαν και καταγράφθηκαν 5 οπωροφόρα, ανάμεσα σε 265 τοπικές παραδοσιακές ποικιλίες καλλιεργούμενων φυτών.
  4. «ΟΙ ΤΟΠΙΚΕΣ ΚΑΙ ΓΗΓΕΝΕΙΣ ΠΟΙΚΙΛΙΕΣ ΤΗΣ ΣΚΥΡΟΥ». Έρευνα που πραγματοποιήθηκε στο διάστημα 2012-2015 από το Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών στo πλαίσιο του Προγράμματος LIFE+ Φύση και Βιοποικιλότητα «Επιδεικτική εφαρμογή της προσέγγισης “Σχέδιο Δράσης για τη Βιοποικιλότητα” προς όφελος της βιοποικιλότητας σε ένα νησί του Αιγαίου, τη Σκύρο» (LIFE09 NAT/GR/000323), που υλοποιείται από τον Δήμο Σκύρου. Σκοπός της δράσης ήταν η καταγραφή, η διάσωση και η ανάδειξη των τοπικών και γηγενών ποικιλιών της Σκύρου. Καταγράφονται 11 ποικιλίες συκιάς, 4 ροδακινιάς, 6 αχλαδιάς, 5 μηλιάς, 5 δαμασκηνιάς , 2 αμυγδαλιάς, 2 ροδιάς, 2 καρυδιάς από 1 κυδωνιάς, κερασιάς, βυσιννιάς, βερικοκιάς, λεμονιάς, πορτοκαλιάς, μουσμουλιάς.

Τα δημοσιευμένα αποτελέσματα από τις παραπάνω έρευνες θα καταχωρηθούν στη νέα Βάση Δεδομένων.

 

2.5.  Βιβλιογραφική επισκόπηση επιστημονικών δημοσιεύσεων

Μετά από εξαντλητική αναζήτηση όλων των διαθέσιμων πηγών, συμπεριλαμβανομένων δημοσιευμένων επιστημονικών άρθρων, άρθρων από μη επιστημονικά περιοδικά για τη γεωργία, συναφή συνέδρια, επιστημονικές συναντήσεις και ημερίδες, παραδοτέα συναφών εργασιών, βρέθηκαν, συλλέχθηκαν και αποδελτιώθηκαν 105 δημοσιεύσεις που αφορούν τις τοπικές, παραδοσιακές ποικιλίες στην Ελλάδα.

Μεταξύ άλλων, διερευνήθηκαν:

  • τα πρακτικά από τις 4 «Επιστημονικές Συναντήσεις για τις τοπικές ποικιλίες» που πραγματοποιήθηκαν διαδοχικά το 2011, 2013, 2015 και 2017,
  • το Περιοδικό Δήμητρα και άλλες συναφείς εκδόσεις του ΕΛΓΟ – Δήμητρα,

Οι πληροφορίες που εντοπίστηκαν εντός αυτών των αναφορών καταχωρήθηκαν στη συνέχεια στη Βάση Δεδομένων.

 

 

Κερασιά, Βισσυνιά, Αγριοκερασιά (Prunus avium, Prunus cerasus)
1 Καζαντζής Κ., Μαρνασίδης Σ., Γανόπουλος Ι., Μαδέσης Π., Σωτηρόπουλος Θ. (2015). Πρώτη παρουσίαση της εγχώριας ποικιλίας κερασιάς “Τσολακέικο”. Περιοδικό ΔΗΜΗΤΡΑ τ. 9: 4-7. 2015.
2 Καζαντζής Κ., Σπανός Κ., Δέλλα Α. (2013). Η αγριοκερασιά: βιολογία, χρήση και προοπτικές για εναλλακτική καλλιέργεια. Περιοδικό ΔΗΜΗΤΡΑ τ. 2: 9-12. 2013.
3 Σπανός Κ., Καζαντζής Κ. (2013). Η Αγριοκερασιά.: Βιολογία – Οικολογία, χρήση και προοπτικές για εναλλακτική καλλιέργεια. 16ο Πανελλήνιο Δασολογικό Συνέδριο, Θεσσαλονίκη 6-9 Οκτωβρίου 2013, Πρακτικά: σελ. 189-196.
4 Φανιάδης Δ, Δρογούδη Π, Βασιλακάκης Μ. (2009). Επίδραση της ποικιλίας και του περιβάλλοντος στην αντιοξειδωτική ικανότητα των κερασιών. Πρακτικά 23ου συνεδρίου ΕΕΕΟ, 13: 389-392.
5 Χατζηχαρίσης Ι., Καζαντζής Κ., Σωτηρόπουλος Θ., Κουτίνας Ν. (2014). Αξιολόγηση ορισμένων εγχώριων “γαλανών” ποικιλιών κερασιάς. Γραπτή Ανακοίνωση 15ο Πανελλήνιο Συνέδριο της Ελληνικής Επιστημονικής Εταιρείας Γενετικής Βελτίωσης Φυτών, Λάρισα 15-17 Οκτωβρίου 2014, Πρακτικά: σελ. 278-282.
6 Chatzicharissis I., Kazantzis K., Sotiropoulos T., Koutinas N. (2013). Evaluation of Some Local Greek Yellow Sweet Cherry Cultivars. Proc. IInd Balkan Symposium on Fruit Growing. Acta Hort. 981, p. 209-212.
7 Chatzicharissis I., Kazantzis K., Sotiropoulos T., Koutinas N. (2013). Evaluation of the Local Greek Sweet Cherry Cultivar ‘Vasiliadi’ Compared to the Cultivar ‘Ferrovia’. Proc. IInd Balkan Symposium on Fruit Growing. Acta Hort. 981, p. 119-122.
8 Faniadis D., Drogoudi P.D., Vasilakakis M. (2010). Effects of cultivar, orchard elevation, and storage on fruit quality characters of sweet cherry (Prunus avium L.). Scientia Horticulturae 125: 301-304
9 Ganopoulos I., Moysiadis T., Xanthopoulou A., Ganopoulou M., Avramidou E., Aravanopoulos F., Tani E., Madesis P., Tsaftaris A., Kazantzis K. (2015). Diversity of morpho-physiological traits in worldwide sweet cherry cultivars of GeneBank collection using multivariate analysis. Scientia Horticulturae Vol. 197, 14 Dec. 2015, p. 381-391.
10 Ganopoulos I., Moysiadis T., Xanthopoulou A., Osathanunkul M., Madesis P., Zambounis A., Avramidou E., Aravanopoulos F., Tsaftaris A., Sotiropoulos T., Chatzicharisis I., Kazantzis K. (2016). Morpho-physiological diversity in the collection of sour cherry (Prunus cerasus) cultivars of the Fruit Genebank in Naoussa, Greece using multivariate analysis. Scientia Horticulturae 207: 225-232.
11 Kazantzis K., Sotiropoulos T., Marnasidis S., Ganopoulos I., Xanthopoulou A., Madesis P. (2015). ‘Tsolakeiko’: A Greek Sweet Cherry Cultivar. HortScience 50(10):1591–1592. 2015.
Λεπτοκαρυά ή Φουντουκιά (Corylus avellana)
12 Μάϊνου Α. (1979). Στοιχεία αξιολογήσεως 13 ποικιλιών Λεπτοκαρυάς. Γεωργική Έρευνα, ΙΙΙ: 111-121, 1979.
13 Μάϊνου Α. (1995). Αξιολόγηση 19 ποικιλιών Λεπτοκαρυάς υπό δενδρώδη μορφή. Γεωργική Έρευνα, 19: 69-76, 1995.
14 Avanzato D., A. Vaccaro, L. Bacchetta, C. Tronci, P. Drogoudi, H. Duval, M. Rovira, A.P. Silva, R. Rocias y Company, A. Solar, D. Spera, R. Botta. 2009. Survey on almond and hazelnut festivals in Europe. Eds D. Acanzato and A. Vaccaro. Pages 73.
15 Bacchetta L., D. Avanzato, B. Di Giovanni, R. Botta, P. Boccacci, P. Drogoudi, I. Metzidakis, M. Rovira, J.P. Sarraquigne, A.P. Silva, A. Solar & D. Spera. The reorganisation of european hazelnut genetic resources in the SAFENUT (AGRI GEN RES) Project. Acta Horticulturae 1052: 67-74.
16 Bacchetta L., M. Rovira, M. Aramini, P. Drogoudi, AP Silva, A. Solar, D. Avanzato, R. Botta, N. Valentini, P. Boccacci. A multidisciplinary approach to enhance the conservation and use of hazelnut Corylus avellana L. genetic resources. Genetic Resources and Crop Evolution. 62: 649-663. Erratum in Genetic Resources and Crop Evolution 62: 807-808.
17 Bacchetta, L., Aramini, M., Zini, A., Di Giammatteo, V., Spera, D., P. Drogoudi, Rovira, M., A. P. Silva, A. Solar, Botta, R. 2013. Fatty acids and alpha-tocopherol composition in hazelnut (Corylus avellana L.): A chemometric approach to emphasize the quality of European germplasm. Euphytica 191, 57-73.
18 Boccacci P., Aramini M., Valentini N., Bacchetta L., Rovira M., Drogoudi P., Solar A., Silva A.P., Erdoğan V., Ciarmiello L.F., Cristofori V., Contessa C., Botta R. (2013). Molecular and morphological diversity of on-farm hazelnut (Corylus avellana L.) landraces from southern Europe and their role in the origin and diffusion of cultivated germplasm. Tree Genetics and Genomes. 9: 1465-1480.
19 Boccacci P., Aramini M., Valentini N., Bacchetta L., Rovira M., Drogoudi P., Solar A., Silva A.P., Erdoğan V., Ciarmiello L.F., Cristofori V., Contessa C., Botta R. 2013. Molecular and morphological diversity of on-farm hazelnut (Corylus avellana L.) landraces from southern Europe and their role in the origin and diffusion of cultivated germplasm. Tree Genetics and Genomes. 9: 1465-1480.
20 Rovira, M., Avanzato, D., Bacchetta , L., Botta, R., P. Drogoudi, Ferreira, J.J., Sarraquigne, J.P., Silva, A.P. & Solar, A. 2011. European Corylus avellana L. germplasm collections. Acta Horticulturae 918: 871-87.
Ροδιά (Punica granatum)
21 Μελίδου X., Μυλωνά Φ., Δρογούδη Π. και Πολύδωρος A. 2012. Γενετική ποικιλότητα και ταυτοποίηση Ελληνικών ποικιλιών ροδιάς (Punica granatum) με τη χρήση μοριακών δεικτών. Πρακτικά της 25ης Επιστημονικής Συνεδρίασης της ΕΕΕΟ, 208-211.
22 Πιτσιούνη Μ, Λινός Α, Δρογούδη Π, Βέμμος Σ, Χατζηδημητρίου Μ. 2011. Μελέτη της γενετικής παραλλακτικότητας ελληνικών αυτοφυών φυτών και ποικιλιών ροδιάς (Punica granatum L.) με μοριακούς δείκτες. Πρακτικά 24ου συνεδρίου ΕΕΕΟ, 171-176.
23 Drogoudi P., G. Pantelidis & A. Manganaris. 2012 Morphological and physiological characteristics in pomegranate cultivars with different yields. Options Mediterraneennes. Series A, Number 103, 67-69.
24 Drogoudi PD, C. Tsipouridis, Z. Michailidis. 2005. Physical and chemical characters in pomegranate. HortScience 40: 1200-1203
25 Padulosi, S. 1997. The neglected wild and cultivated plant richness of the Mediterranean. Pp. 11- 19 in Neglected plant genetic resources with a landscape and cultural importance for the Mediterranean region (L. Monti, ed.). In Proceedings of a Meeting held 7-9 November 1996, Naples, Italy. Consiglio Nazionale delle Ricerche
26 Pantelidis G., P. Drogoudi & A. Manganaris. 2012. Physico-chemical and antioxidant properties of pomegranate genotypes in Greece. Options Mediterraneennes. Series A. Number 103, 335-337.
27 Pitsiouni M.,Linos A. Hagidimitriou M. &Drogoudi P. 2012 Genetic diversity of Greek wild and cultivated pomegranate (Punica granatum L.) genotypes and cultivars using molecular markers. Acta Horticulturae 940: 193-200
Μηλιά (Malus sp.)
28 Σωτηρόπουλος Θ. (2014). Οι ποικιλίες της μηλιάς. Γεωργία – Κτηνοτροφία τ. 6/2014: 40-46. 2014.
29 Σωτηρόπουλος Θ. (2016). Μονογραφία Ποικιλιών, Υποκειμένων & Συστημάτων Διαμόρφωσης Μηλιάς στην Ελλάδα. Έκδοση ΕΛ.Γ.Ο. “ΔΗΜΗΤΡΑ” 2016.
30 Drogoudi PD,, Michailidis Z, Pantelidis G. (2008). Peel and flesh antioxidant content and harvest quality characteristics of seven apple cultivars. Scientia Horticulturae 115: 149-153.
31 Koutis, K., F. Warlop, N. Bolliger,  B.Steinemann, A. Rodriguez Burruezo, P. Mendes Moreira and M. Messmer. (2018). Perspectives on European organic apple breeding and propagation  under the frame of LIVESEED Project. Proceedings of 18th International Conference on Organic fruit Growing, Hohenheim February 19th to 21st, pp 104 -107
Χαρουπιά (Ceratonia siliqua)
32 Batlle, I. and J. Tous. 1997.  Carob  tree. Ceratonia siliqua L.  Promoting the conservation  and use underutilized  and  neglected  crops. 17.  Institute of Plant  Genetics  and  Crop Plant  Research, Gatersleben,  Germany / International Plant  Genetic  Resources  Institute, Rome,  Italy.
Δαμασκηνιά (Prunus domestica)
33 Δρογούδη Π, Παντελίδης Γ, Καραγιάννη Ε. (2009). Συγκέντρωση αντιοξειδωτικών ουσιών σε 30 γενότυπους βερικοκιάς, 16 ποικιλίες δαμασκηνιάς και 15 ποικιλίες ροδακινιάς. Πρακτικά 23ου συνεδρίου ΕΕΕΟ, 13: 323-326.
34 Δρογούδη Π. και Παντελίδης Γ. (2016). Συγκέντρωση αντιοξειδωτικών ουσιών σε φλοιό και σάρκα και ποιοτικά χαρακτηριστικά σε 46 ποικιλίες δαμασκηνιάς. Πρακτικά της 27ης Επιστημονικής Συνεδρίασης της ΕΕΕΟ, 17Α: 174-178.
35 Sehic J., F. Gaši, D. Benedikova, M. Blouin, P. Drogoudi, D. Giovannini, M. Höfer, G. Lacis, M. Lateur, V. Ognjanov, H. Nybom,  S.H. Hjeltnes. In press. Genetic diversity of Prunus domestica selected from ten countries across Europe. Acta Hort.
Καρυδιά  (Juglans regia)
36 Drogoudi P., Rouskas D. (2014). Following walnut footprints (Juglans regia L.). Cultivation and Culture, Folklore and History, Traditions and Uses. Scripta Horticulturae, 17 February 2014.
Αμυγδαλιά (Prunus dulcis)
37 Drogoudi PD, G. Pantelidis, L. Bacchetta, D. De Giorgio, H. Duval, I. Metzidakis, D. Spera 2012. Protein and mineral nutrient contents in kernels from 72 sweet almond cultivars and accessions grown in France, Greece and Italy. International Journal of Food Science and Technology . International Journal of Food Science and Technology. 64: 202-209.
38 Socias I Company R., Alonso J.M., Espiau M.T., Fernández I Martí A., Kodad, O., Avanzato D., Bacchetta L., Botta R., Drogoudi P., Duval H., Metzidakis I., Rovira M., Silva, A.P., Solar A. & Spera, D. The definition of the European almond core collection. Acta Horticulturae 912: 445-448.
Συκιά (Ficus carica)
40 Papadopoulou, K., Ehaliotis, C., Tourna, M., Kastanis, P., Karydis, I., Zervakis, G., 2002. Genetic relatedness among dioecious Ficus carica L. cultivars by randomamplified polymorphic DNA analysis, and evaluation of agronomic andmorphological characters. Genetica 114, 183–194, http://dx.doi.org/10.1023/
Ροδακινιά (Prunus persica)
41 Drogoudi PD, CG Tsipouridis and G Pantelidis (2009). Effects of crop load and time of thinning application on split pits, yield, fruit quality and leaf mineral content in ‘Andross’ peach. Journal of Horticultural Science and Biotechnology 84: 505-509. Σύνολο Αναφορών: 3
42 Δρογούδη Π, Παντελίδης Γ, Καραγιάννη Ε. (2009) Συγκέντρωση αντιοξειδωτικών ουσιών σε 30 γενότυπους βερικοκιάς, 16 ποικιλίες δαμασκηνιάς και 15 ποικιλίες ροδακινιάς. Πρακτικά 23ου συνεδρίου ΕΕΕΟ, 13: 323-326.
Βερυκοκιά (Prunus armeniaca)
43 Drogoudi PD, Vemmos S, Pantelidis G, Petri E, Tzoutzoukou C and Karayiannis I. (2008). Physical characters and antioxidant, sugar and mineral nutrient contents in fruit from 29 apricot (Prunus armeniaca L.) cultivars and hybrids. Journal of Agricultural and Food Chemistry 56 (22), 10754–10760. Σύνολο Αναφορών: 44
44 Δρογούδη Π, Παντελίδης Γ, Καραγιάννη Ε. (2009) Συγκέντρωση αντιοξειδωτικών ουσιών σε 30 γενότυπους βερικοκιάς, 16 ποικιλίες δαμασκηνιάς και 15 ποικιλίες ροδακινιάς. Πρακτικά 23ου συνεδρίου ΕΕΕΟ, 13: 323-326.
Γενικά για τοπικές, παραδοσιακές ποικιλίες
45 Δούπης, Γ., Δρ Ζαμανίδης Π., Ζιώγας Β., Καπάζογλου Α.,Κάτσαρης Π., Κουμπούρης Γ., Μερκουρόπουλος Γ., Στουρνάρας Β., Τάσκος Δ., Τζατζάνη Θ. (2017). Διατήρηση και αξιοποίηση των ελληνικών ποικιλιών αμπέλου, ελιάς, εσπεριδοειδών, συκιάς και υποτροπικών φυτών. Περιοδικό Δήμητρα τ. 20, σ.14-15.
46 Δρογούδη Π., Θ. Σωτηρόπουλος, Κ. Καζαντζής, Γ. Παντελίδης, Ι. Χατζηχαρίσης (2018). Διατήρηση και αξιοποίηση γενετικού υλικού φυλλοβόλων οπωροφόρων. Περιοδικό ΔΗΜΗΤΡΑ τ. 21, 2σ.22-23
47 Δροσινού Ι., Θανόπουλος Ρ., Μπεμπέλη Π. Οικονόμου Α., Παπά́ Ε., (2013). Καταγραφή και συλλογή τοπικών ποικιλιών σε χωριά και οικισμούς πέντε τέως Δήμων της Μεσσηνίας. Έκθεση Προόδου Α ́ Παραδοτέου. Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών.
48 Δροσινού Ι., Θανόπουλος Ρ., Μπεμπέλη Π. Οικονόμου Α., Παπά́ Ε., (2013). Καταγραφή και συλλογή τοπικών ποικιλιών σε χωριά και οικισμούς πέντε τέως Δήμων της Μεσσηνίας. Έκθεση Προόδου Β ́ Παραδοτέου. Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών.
49 Θανόπουλος Ρ., Μπινιάρη Α., Χατζηχαρίσης Ι., Ροβίθη Α., Μπεμπέλη Π. (2016) Οι τοπικές και γηγενείς ποικιλίες της Σκύρου. Δήμος Σκύρου, Αθήνα.
50 Κωνσταντίνου Γ. Θωμά. «Οι Τοπικές Ποικιλίες της Λευκάδας»
51 Λουκρέζης Φ., (2012). Τοπικές ποικιλίες της Άνδρου, Πρώτες καταγραφές και συλλογές. Ημερίδα: «Ο πλούτος των τοπικών ποικιλιών της Άνδρου, η σημασία τους και η διαδικασία συλλογής τους». ΚΠΕ Κορθίου.
52 Μελισσουργός Θ., (2012). Η διατήρηση του γηγενούς γενετικού φυτικού υλικού στην Ελλάδα. Πτυχιακή Εργασία. ΑΤΕΙ Καλαμάτας.
53 Ράλλη Π., Ζαμανίδης Π., Κοκκαλιάρη Δ., Ντούλης Α., Κάτσαρης Π., Μπλέτσος Φ., Κοτρότσης Κ., Μπλαδενόπουλος Κ., Ευγενίδης Γ., Δρογούδη Π., Σωτηρόπουλος Θ., Καζαντζής Κ. (2011). Ο ρόλος της Τ.Γ.Υ. και άλλων Ερευνητικών Ιδρυμάτων στη διατήρηση των τοπικών ποικιλιών. 1η Επιστημονική Συνάντηση για τις Τοπικές Ποικιλίες, Τοπικές ποικιλίες – παρελθόν, παρόν και μέλλον στην Ελλάδα. Αθήνα, Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών 21/10/2011.
54 Σωτηρόπουλος Θ. (2016). ΜΟΝΟΓΡΑΦΙΑ ΠΟΙΚΙΛΙΩΝ, ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΩΝ ΚΑΙ ΣΥΣΤΗΜΑΤΩΝ ΔΙΑΜΟΡΦΩΣΗΣ ΜΗΛΙΑΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ. Μονογραφία. ΕΛΓΟ-Δήμητρα, Νάουσα.
55 Χατζηχαρίση, Ι. (2015). Ο πλούτος των τοπικών ποικιλιών οπωροφόρων. 3η Επιστημονική Συνάντηση για τις Τοπικές Ποικιλίες, Ελλάδα. Αθήνα, Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών.
56 Akeroyd, J. R. and V. H. Heywood (1994) ‘Regional overview: Europe’s, Centers of plant diversity: a guide and strategy for their conservation (Europe, Africa, South West Asia and the Middle East)’, The World Wide Fund for Nature (WWF) and IUCN-The World Conservation Union, (eds. S. D. Davis, V. H. Heywoodand A. C. Hamilton), Oxford, UK, 1994, Vol. 1, pp. 39-54
57 Arnold J.E.M.. Tree components in farming systems Unasylva, 160 (1990), pp. 35-42
58 Bacchetta L., D. Avanzato, B. Di Giovanni, R. Botta, P. Boccacci, P. Drogoudi, I. Metzidakis, M. Rovira, J.P. Sarraquigne, A.P. Silva, A. Solar & D. Spera (2014). The reorganisation of European hazelnut genetic resources in the SAFENUT (AGRI GEN RES) Project. Acta Horticulturae 1052: 67-74.
59 Bellini, E. and Giordani E., ‘Conservation of under-utilised fruit tree species in Europe’, Acta Horticulturae , Vol. 522, 2000, pp. 165–173.
60 Botu, M., Tomić, L., Cvetković M. et al. 2012. Balkan Pomology – Plums. SEEDNet’s WG for Fruit and Vitis, (Editors: Hjalmarsson I. and Tomić L.) Exaktaprinting AB; 170 pag.
61 Chessa I, Nieddu G (2005) Analysis of diversity in the fruit tree genetic resources from a Mediterranean island. Genet Resour Crop Ev 52:267–276
62 Clement C.R.. Fruits  G.T. Prance, M. Nesbitt (Eds.), The Cultural History of Plants, Routledge, London, UK (2004), pp. 77-95
63 Cvetković M., Tomić, L., Botu, M., Gjamovski V. et al. 2012. BALKANS POMOLOGY – APPLES. SEEDNet’s WG for Fruit and Vitis, (Editors: Hjalmarsson I. and Tomić L.). Exaktaprinting AB; 227 pag
64 Douma C, K Koutis, R. Thanopoulos, R. Tsigou, A. Galanidis, P.Bebeli. 2016. Diversity of agricultural plants on Lesvos Island (Northeast Aegean, Greece) with emphasis on fruit trees. Scientia Horticulturae 210 (2016) 65–84 67
65 Douma, C., Galanidis, A., 2013. Inventory of Local Varieties of Cultivated Trees and Vineyard in Lesvos Within them Framework of AGRISLES Project. Geotechnical Chamber of Greece (GEOTEE), Branch of Aegean Islands, Mytilene (in Greek). Available at: http://www.geotee.gr/lnkFiles/20130402 20130402-01-ParAig-Dendra Ampelia Lesvos.pdf
66 Finetto, G.A. (2010). THE GENETIC RESOURCES OF TEMPERATE FRUIT TREES IN THE TROPICAL AND SUBTROPICAL ZONES OF ASIA, THEIR CONSERVATION AND UTILIZATION FOR BREEDING. Acta Hortic. 872, 139-146 DOI: 10.17660/ActaHortic.2010.872.16 https://doi.org/10.17660/ActaHortic.2010.872.16
67 Galluzzi G, Eyzaguirre P, Negri V (2010) Home gardens: neglected hotspots of agro-biodiversity and on cultural diversity. Biodivers Conserv 19:3635–3654
68 Gass,L. Frese,F. Begemann and E. Lipman, compilers). 1999.  IPGRI, Rome,  Italy
69 Gassmann, J., Hunziker, K. & Kellerhals, M. (2014). Evaluation of Traditional Pome Fruit Genetic Resources in Switzerland. Acta Horticulturae 1056: 243-246.
70 Global Plan of Action in Europe – Conservation and Sustainable Utilization of PGRFA. Proceedings of the European Symposium, 30 June-3 July 1998, Braunschweig, Germany (T.
71 Hatziharissis, I., 2007. Guide for the Determination of Cultivated Landraces. Ministry of Agriculture and Food, Athens, pp. 441–446 (in Greek).
72 Hatziharissis, I., Tsipouridis, K., Rouskas, D., Almaliotis, D., Stylianidis, D., 1986. Exploration and collection of Prunus germplasm in Greece during 1986. International Board for Plant GeneticResources, Rome,ReportAGPE/IBPGR 86/186, p. 19 (Unpublished).
73 Heywood, V.H. and D.  Zohary. 1995. A catalogue of the wild relatives of cultivated plants native to Europe. Flora Mediterranea 5:375-415.
74 Hjeltnes, S.H, D. Giovannini, M. Blouin, D. Benedikova, P. Drogoudi, M. Höfer, G. Lacis, V. Ognjanov, M. Lateur, J.M. Engels, L. Maggioni. In press. Prundoc – A Project to Define Accessions for the European Collection. Acta Hort.
75 Hjeltnes, S.H, D. Giovannini, M. Blouin, D. Benedikova, P. Drogoudi, M. Höfer, G. Lacis, V. Ognjanov, M. Lateur, J.M. Engels, L. Maggioni. Prundoc (In press) – A Project to Define Accessions for the European Collection. Acta Horticulturae (Proc.: Eufrin: III Plum and Prune Working Group Meeting).
76 Jackson, L.E., Pascual, U., Hodgkin, T., 2007. Utilizing and conserving agrobiodiversity in agricultural landscapes. Agric. Ecosyst. Environ. 121,196–210, http://dx.doi.org/10.1016/j.agee.2006.12.017.
77 Katsiotis A, Bebeli P, Mavromatis A, Tzivelikas A (2009) Inventory of Greek Landraces. In Veteläinen M, Negri V, Maxted N (ed) European landraces on-farm conservation, management and use. Biodiv Tech Bul No. 15. Biodiversity International, Rome, Italy
78 Kellerhals, M., Szalatnay, D., Hunziker, K., Duffy, B., Nybom, H., Ahmadi-Afzadi, M., Höfer, M., Richter, K. & Lateur, M. (2012). Diversity in European pome fruit genetic resources evaluated for disease resistance. Trees 26: 179-–189. DOI: 10.1007/s00468 – 011 – 0660 – 9
79 Kotali E., Gatzelaki, C., Tsivelikas, A.L., 2006. Summary Report for extended inventorying and collecting genetic material on the island of Lesvos pp 74–82In: Final Progress Report of 2004–2008 period on the Programme Creation ofGene Bank—Appendixes, p. 639 (in Greek).
80 Koutis, K., Thanopoulos, R., Bebeli, P., 2012. Report on the Inventory and Collection of Crop Landraces in Lesvos Within the Framework of AGRISLES. RegionalDevelopment Funds for North Aegean Region (in Greek).
81 Koutis, K., Vakali, C., Nathanailidou, M., Tsigkanou, K., Psomoulia, E., Kotsakou, T. & Stavropoulos, N. (2016). On farm conservation and participatory evaluation/breeding of heritage agrobiodiversity by AEGILOPS NGO. In: Proceedings of 16th Scientific Conference of the Hellenic Scientific Society for Genetics and Plant Breeding. September 28-30.09.2016, Florina, Greece, p.106
82 Laghetti G., Olita G., PerrinoP., Hammer K.(2001) Multicrop collecting expeditions in Aeolian archipelago (Italy). Plant Genet Resour Newsletter 128, 26-34.
83 Lateur M, Wagemans C and Populer C. (1999). Evaluation of fruit tree genetic resources: use of the better performing cultivars as sources of polygenic scab resistance in an apple breeding programme. In:  Proc. of the EUCARPIA Symp. on Fruit Breeding and Genetics. K.R.  Tobutt & F.H. Alston (eds), Oxford, Acta Horticulturae 484 : 35 – 42.
84 Lateur M. (2000). Fruit tree genetic resources and Integrated Fruit Production. In : Proc. Of Int. Conf. on Integrated Fruit Production . Müller, Polesny, Verheyden, Webster (eds). Acta Horticulturae 525 : 317  – 323.
85 Leakey R.R.B, E.K. Asaah. Underutilised species as the backbone of multifunctional agriculture – the next wave of crop domestication. Acta Horticulturae, 979 (2013), pp. 293-310
86 Llácer, G., U.  Aksoy and M. Mars (eds.). 1995.  Underutilized fruit crops in the Mediterranean  Region. Cahiers Options Méditerranéennes Vol.13, 110p
87 Maggioni L. compiler. 1999. Report of Network coordinating Group on Minor crops. Ad hoc Meetinng. 16 June 1999 – Turku, Finland. International Plant Genetic Resources Institute (IPGRI, Rome Italy (available in http://www.ecpgr.cgiar.org/fileadmin/bioversity/publications/pdfs/607_Report_of_a_network_coordinating_group_on_minor_crops.pdf)
88 Manganaris GA, Goulas V, Mellidou I, Drogoudi P. (2018). Antioxidant Phytochemicals in Fresh Produce: Exploitation of Genotype Variation and Advancements in Analytical Protocols. Front Chem, doi: 10.3389/fchem.2017.00095.
89 Merkouropoulos G., I. Ganopoulos, A. Tsaftaris, I. Papadopoulos, P. Drogoudi. (2016). Combination of High Resolution Melting (HRM) analysis and SSR molecular markers speeds up plum genotyping: case study genotyping the Greek plum GeneBank collection. Plant Genetic Resources.
90 Negri V, Becker H, Onnela J, Sartori A, Strajeru S, Laliberté, B (2000) A first inventory of on-farm conservation and management activities in Europe including examples of formal and informal sector cooperation. In: Laliberté B, Maggioni L, Maxted N, Negri N (ed) ECP/GR In Situ and On-farm Conservation Network Report of a Task Force on Wild Species Conservation in Genetic Reserves and a Task Force on On-farm Conservation and Management. Joint meeting, 18–20 May 2000, Isola Polvese, Italy, pp 15–32
91 Negri V, Maxted N, Veteläinen M (2009) European Landrace Conservation: an Introduction. In: Veteläinen M, Negri V, Maxted N (ed) European landraces: on-farm conservation, management and use Bioversity. Technical Bulletin No. 15. Biodiversity International, Rome, Italy
92 Nemsadze, N. 1999.  The role of the networks and associations in the production/diffusion of
93 Oikonomidis L. (1930) Fruit trees of Pilion. Georgikon Deltion (Agricultural Bulletin of Ministry of Agriculture) 1:34-68 (in Greek)
94 Padulosi S. 1999. Criteria for priority-setting in initiatives dealing with underutilized crops in Europe. In: Gass T., Frese L., Begemann F. and Lipman E. (compilers), Implementation of Global Plan of Action in Europe. IPGRI, Roma, pp. 236–24
95 Paprstein J., Kloutvor J., Blazek J., Holubec V. (2003) Rescuing of old fruit landraces in Czech Republic. Acta Hort. (ISHS) 623:87-93
96 planting materials of old cultivars and landraces in Europe. Pp. 66-69  in Implemetation of the
97 Riaz A, Doligez R, Henry J, Walker MA (2007) Grape. In: Kole C (ed) Genome Mapping and Molecular Breeding in Plants. Vol. 4, Fruits and Nuts, Springer-Verlag, Berlin, Heidelberg, pp 63-101
98 Richter, K. & Lateur, M. (2012). Diversity in European pome fruit genetic resources evaluated for disease resistance. Trees 26: 179-–189. DOI: 10.1007/s00468 – 011 – 0660 – 9
99 Stavropoulos N, Gogkas D, Chatziathanassiou A, Zagilis E, Drakopoulos G, Paitaridou D, Trigas P, Thanopoulos R, Koutsomitros S, Perdikaris A, Lourida B. Alesta A (2006) Greece: Second Country Report concerning the state on plant genetic resources for food and agriculture. Hellenic Democracy, Ministry of Rural Development and Food, Athens
100 Thomas K, Thanopoulos R, Knüpffer H, Bebeli PJ (2012) Plant genetic resources of Lemnos (Greece), an isolated island in the Northern Aegean Sea, with emphasis on landraces. Genet Resour Crop Ev 59:1417-1440
101 Thomas K, Thanopoulos R, Knüpffer H, Bebeli PJ (2013) Plant genetic resources in a touristic island: The case of Lefkada (Ionian Islands, Greece). Genet Resour Crop Ev 60:2431-2455
102 Thrupp L (2000) Linking agricultural biodiversity and food security: the valuable role of agrobiodiversity for sustainable agriculture. Int Aff 76(2):265-281
103 Urrestarazu, J., Denancé, C., Ravon, E., Guyader, A., Guisnel, R., Feugey, L., Poncet, C., Lateur, M., Houben, P., Ordidge, M., Fernandez-Fernandez, F., Evans, K.M., Paprstein, F., Sedlak, J., Nybom, H., Garkava-Gustavsson, L., Miranda, C., Gassmann, J., Kellerhals, M., Suprun, I., Pikunova, A.V., Krasova, N.G.,Torutaeva, E., Dondini, L., Tartarini, S., Laurens, F.,& Durel, C.-E. (2016) Analysis of the genetic diversity and structure across a wide range of germplasm reveals prominent gene flow in apple at the European level. BMC Plant Biology 16:130. DOI:10.1186/s12870-016-0818-0
104 Zamanis A, Stavropoulos N, Galanopoulou S, Goulas C (1994) Report on plant genetic resources activities in Greece In: Begemann F, Hammer K (ed) Integration of Conservation Strategies of Plant Genetic resources in Europe. Proceedings of an International Symposium on Plant Genetic Resources in Europe held in Gatersleben, Germany, 6-8 December 1993
105 Zanetto, A., Maggioni, L., Tobutt, K. R. and Dosba, F. (2002). Prunus genetic resources in Europe: achievement and  perspectives of a networking activity’, Genetic Resources and Crop Evolution, Vol. 49, pp. 331–337.

 

[1] Camacho Villa TC, Maxted N, Scholten MA, Ford-Lloyd BV (2005) Defining and identifying crop landraces. Plant Genet Resour.: Charact Util 3:373–384.

[2] http://peliti.gr

[3] http://www.aegilops.gr/el/itemlist?start=9

[4] http://archipelago.gr/ti-kanoume/chersea-prostasia/kivotos-sporon-egeou/

[5] http://locvar.ioa.teiep.gr

3. Επισκόπηση υφιστάμενων δεδομένων για για αυτοφυή καρποφόρα φυτά

3.1.  Ορισμός αντικειμένου

Όσο αφορά τα αυτοφυή καρποφόρα δέντρα και θάμνους, σύμφωνα με το Τεχνικό Δελτίο, θα προκριθούν 7 διαφορετικά είδη, τα οποία θα καταγράφονται σε 3 διαφορετικές θέσεις σε 3 τουλάχιστον διαφορετικές περιοχές έρευνας. Μετά από διαβούλευση των εταίρων και των μελών της Ομάδας Έργου, επιλέχθηκαν τα παρακάτω 7 είδη:

  1. Αμελάνχια Amelanchier ovalis
  2. Ρούδι Rhus coriaria
  3. Μύρτιλο Vaccinium myrtillus
  4. Σμέουρο Rubus idaeus
  5. Κουφοξυλιά Sambucus nigra
  6. Κρανιά Cornus mas
  7. Αγριοτριανταφυλλιά Rosa canina

 

Αποφασίστηκε επίσης να συλλέγονται δείγματα από ένα επιπλέον είδος, το οποίο επιλέχθηκε να είναι η Τσαπουρνιά Prunus spinosa, για λόγους ασφαλείας, σε περίπτωση δηλαδή που δεν βρεθούν επαρκείς πληθυσμοί για κάποιο από τα επιλεγμένα είδη.

Σημειώνεται ότι η έννοια της ποικιλίας δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τα αυτοφυή φυτά, τα οποία αναφέρονται μόνο με όρους είδους και πληθυσμού. Συνεπώς, η βιβλιογραφική επισκόπηση πραγματοποιήθηκε στο επίπεδο του είδους, με στόχο να συγκεντρωθούν όλα τα στοιχεία που αφορούν την παρουσία των επιλεγμένων ειδών στην Ελλάδα.

Ακολουθεί σύντομη περιγραφή των ειδών:

         i.            Amelanchier ovalis Medik.

Το Αmelanchier ovalis ανήκει στην οικογένεια Rosaceae (Ροδίδες). Πρόκειται για ένα φυλλοβόλο θάμνο ή χαμηλό δέντρο που είναι αυτοφυές σε ορεινές περιοχές της κεντρικής και νότιας Ευρώπης, καθώς και σε περιοχές της Μ. Ανατολής και της Β. Αφρικής. Το ύψος του φτάνει τα 3 μέτρα. Ο φλοιός του είναι γκρίζος ή καφέ, λείος ή τριχωτός. Τα φύλλα έχουν σχήμα λογχοειδές έως ελλειπτικό, με πριονωτές παρυφές, είναι απλά, αδιαίρετα, κατ’ εναλλαγή, με απλές τρίχες στην κάτω επιφάνεια, κυρίως την εποχή της ανθοφορίας. Η ταξιανθία του είναι ακραία, με 1 ή παραπάνω άνθη, ερμαφρόδιτα, που αποτελείται από πέντε λευκά ή πιο σπάνια ρόδινα ή υποκίτρινα πέταλα, και ανθίζουν από τον Απρίλιο μέχρι τον Ιούνιο. Ο καρπός είναι πόμη, 5-15 mm σε διάμετρο, υπόγλυκος, αρχικά πορφυρός, ενώ στην πλήρη ωρίμανση, κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού αποκτά σχεδόν μαύρο χρώμα. Το είδος Amelanchier ovalis, απαντά σε παρυφές δάσους ή σε ασβεστολιθικές πετρώδεις περιοχές πάνω από τα δασοόρια. Στον Ελλαδικό χώρα συναντούμε τρία υποείδη: το Α. ovalis subsp. cretica (Willd.) Maire & Petitm.και το A. ovalis Medik. subsp. οvalis και το Α. subsp. integrifolia (Boiss.  & HOHEN. ) BORNM.  Δεν αποτελεί καλλιεργούμενο είδος, ενώ υπάρχουν βιβλιογραφικές αναφορές για την ύπαρξη του σε όρη της Μακεδονίας και της Ηπείρου.

 

       ii.            Rhus coriaria L.

Το είδος Rhus coriaria ανήκει στην οικογένεια Anacardiaceae (Ανακαρδιοείδες). Πρόκειται για ένα ξηροφυτικό φυλλοβόλο δέντρο ή θάμνο που είναι αυτοφυές σε πεδινές ή ημιορεινές περιοχές της νότιας Ευρώπης, της Β. Αφρική και της δυτικής Ασίας. Φύεται σε παρυφές μεικτών πλατύφυλλων ή κωνοφόρων δασών, σε πετρώδεις περιοχές με αλκαλικό έδαφος.  Το ύψος του κυμαίνεται από 1-4 μέτρα. Τα φύλλα του είναι σύνθετα, με 4-8 ζεύγη φυλλαρίων, ελλειψοειδώς ωοειδή, αμβλυκόρυφα, 1–6 cm σε μήκος και 0,5–2,5 cm σε πλάτος, πυκνά χνουδωτά και με πριονωτές παρυφές.  Τα άνθη της φύονται σε επάκριες ταξιανθίες, είναι κίτρινα, πενταμερή. Ο καρπός του, που αναπτύσσεται σε ταξικαρπίες, είναι δρύπη, σφαιρικός,  διαμέτρου 0,5 cm, με χνουδωτή επιφάνεια, καστανό κόκκινο χρώμα και ξινή γεύση. Η περίοδος ανθοφορίας της είναι ο Μάιος και ο Ιούνιος. Οι καρποί είναι βρώσιμοι, ενώ θρυμματισμένοι αποτελούν δημοφιλές καρύκευμα στη Μέση Ανατολή. Τα φύλλα και ο φλοιός χρησιμοποιούνται παραδοσιακά στη βυρσοδεψία και περιέχουν ταννικό οξύ.

 

     iii.            Vaccinium myrtillus L.

Πρόκειται για ένα πολυετή, φυλλοβόλο, νανοφυή θάμνο, που ανήκει στην οικογένεια Ericaceae (Ερεικοειδή). Το είδος αυτό είναι αυτοφυές της Ευρώπης, της βόρειας Ασίας και τη Βόρειας Αμερικής. Στην χώρα μας, όπως και στην νότια Ευρώπη, απαντά μόνο σε μεγάλα υψόμετρα, σε υποαλπικά λιβάδια με γρανιτικό ή σχιστολιθικό υπόστρωμα. Το ύψος του κυμαίνεται από 10-30 cm, με πυκνές διακλαδώσεις. Τα φύλλα είναι ημιδερματώδη, απλά, 1-3 cm μήκους, 0,5-1,5 πλάτους, γυμνά, με ελαφρώς πριονωτές παρυφές, που το φθινόπωρο παίρνει έντονες πορφυρές αποχρώσεις. Ανθοφορεί από τον Μάιο μέχρι τον Ιούνιο, με άνθη πενταμερή, λευκά έως ροδόχρωμα, καμπανοειδή. Ο καρπός του είναι ράγα, σχεδόν σφαιρική, μελανός με γλαυκό επίχρισμα, που ωριμάζει από τον Αύγουστο μέχρι τον Σεπτέμβριο, εδώδιμος με ελαφρά υπόξινη γεύση και διακρίνεται για την υψηλή του περιεκτικότητα σε πολυφαινολικές ενώσεις και άλλες ουσίες με πλούσιες αντιοξειδωτικές ιδιότητες.

 

     iv.            Rubus idaeus L.

Το είδος Rubus idaeus ανήκει στην οικογένεια Rosaceae (Ροδίδες). Πρόκειται για ένα χαμηλό, έρπων, φυλλοβόλο θάμνο της βόρεια και κεντρικής Ευρασίας, που είναι  αυτοφυές σε πεδινές, ημιορεινές και ορεινές περιοχές, αλλά συχνά καλλιεργείται. Στην χώρα μας απαντά σε παρυφές μεικτών πλατύφυλλων δασών, κυρίως οξιάς, σε σκιερές και υγρές περιοχές. Το ύψος του κυμαίνεται από 0,3-2 μέτρα. Τα φύλλα του είναι σύνθετα, με 3 ή 5 παλαμοειδή φυλλάρια, οξυκόρυφα, 3–6 cm σε μήκος και 0,5–2,5 cm σε πλάτος, πυκνά χνουδωτά και με πριονωτές παρυφές.  Τα άνθη της φύονται σε επάκριες ταξιανθίες, είναι κίτρινα, πενταμερή. Η περίοδος ανθοφορίας της είναι ο Μάιος και ο Ιούνιος. Ο καρπός του είναι κοινοκάρπιο, σφαιρικός,  διαμέτρου 3,5 cm, με χνουδωτή επιφάνεια, κόκκινο χρώμα και είναι βρώσιμος με υπόγλυκη γεύση.

 

       v.            Sambucus nigra L.

Το Sambucus nigra ανήκει στην οικογένεια Caprifoliaceae. Πρόκειται για ένα φυλλοβόλο θάμνο, με εξάπλωση την Ευρώπη και την βόρεια Ανατολία, αυτοφυές σε πεδινές και ημιορεινές περιοχές της χώρας μας, και απαντά σε παρυφές μεικτών δασών και καλλιεργούμενων εκτάσεων. Το ύψος του φτάνει τα 6 μέτρα. Ο φλοιός του είναι γκρίζος με αυλακιές και στίγματα. Τα φύλλα του είναι σύνθετα, με 5 έως 9 φυλλάρια σε αντίθετα ζεύγη, οξυκόρυφα, 5–12 cm cm σε μήκος και 3–5 cm σε πλάτος, λεία, με πριονωτές παρυφές.  Τα άνθη του είναι ερμαφρόδιτα, φύονται σε κόρυμβο, είναι λευκά, πενταμερή. Η περίοδος ανθοφορίας της είναι από τα μέσα του καλοκαιριού. Τα άνθη χρησιμοποιούνται σε αφεψήματα και χυμούς. Οι καρποί του αναπτύσσονται σε ταξικαρπίες, είναι σφαιρικοί, διαμέτρου 3-5 mm, λείοι, μαύρου χρώματος και με υπόγλυκη γεύση. Είναι βρώσιμοι όταν είναι ώριμοι, αλλά ήπια δηλητηριώδεις όταν δεν έχουν φτάσει στην ωρίμανση.

 

     vi.            Cornus mas L.

Το είδος Cornus mas ανήκει στην οικογένεια Cornaceae (Κρανειοειδες). Πρόκειται για ένα φυλλοβόλο δέντρο ή θάμνο που είναι αυτοφυές σε ημιορεινές περιοχές της κεντρικής και νότιας Ευρώπης και της δυτικής Ασίας. Φύεται σε μεικτά φυλλοβόλα δάση, σε ανοικτούς βιότοπους ή κάτω από σκιά δέντρων, σε υγρές περιοχές με αλκαλικό έδαφος.  Το ύψος του κυμαίνεται από 3 -12 μέτρα. Τα φύλλα του είναι απλά, αντικριστά, λογχοειδή, οξύληκτα, 4–10 cm σε μήκος και 2–4 cm σε πλάτος, με μικρή διαφορά στο χρώμα της άνω από την κάτω επιφάνειας και λείες παρυφές.  Τα άνθη της φύονται σε πλάγιες ταξιανθίες, είναι κίτρινα, με τέσσερα πέταλα. Ο καρπός του, που αναπτύσσεται σε ταξικαρπίες, είναι δρύπη, σφαιρικός,  μήκους 2 cm και πλάτους 1.5 cm, με λεία επιφάνεια, έντονο κόκκινο χρώμα και ξινή γεύση. Η περίοδος ανθοφορίας της είναι νωρίς την άνοιξη ενώ η περίοδος καρποφορίας της είναι τους φθινοπωρινούς μήνες, Οκτώβριο και Νοέμβριο. Οι καρποί είναι βρώσιμοι, και έχουν αντιοξειδωτικές ιδιότητες.

 

   vii.            Rosa canina L.

Πρόκειται για ένα φυλλοβόλο θάμνο που ανήκει στην οικογένεια Rosaceae (Ροδίδες), αυτοφυές πεδινών και ημιορεινών περιοχών της κεντρικής και νότιας Ευρώπης, καθώς και της Ανατολίας. Το ύψος του φτάνει τα 5 μέτρα. Ο βλαστός του είναι αγκαθωτός. Τα φύλλα του είναι σύνθετα, με 5-7 ζεύγη φυλλαρίων, ωοειδή, αμβλυκόρυφα, 1.5–4 cm σε μήκος και 1–2 cm σε πλάτος, λεία, με πριονωτές παρυφές.  Τα άνθη της φύονται επάκρια, είναι πενταμερή,  με λευκά ή ανοικτά ρόδινα, πέταλα, 1,5-2 cm. Ο καρπός του, είναι δρύπη, ωοειδής, μήκους 1,5-2 cm, με λεία επιφάνεια, πορτοκαλί- κόκκινο χρώμα και ξινή γεύση. Η περίοδος ανθοφορίας της είναι ο Μάιος και ο Ιούνιος. Οι καρποί είναι βρώσιμοι, πλούσιοι σε βιταμίνες A, C and E και φλαβονοειδή, ενώ αποξηραμένοι και θρυμματισμένοι χρησιμοποιούνται για την παρασκευή ροφήματος.

 

Βιβλιογραφία παραγράφου

Burdulis, D.,  Sarkinas,  A.,  Jasutiené,  I.,  Stackevicené, E.,  Nikolajevas, L.,  Janulis, V. (2009). Comparative study of anthocyanin composition, antimicrobial and antioxidant activity in bilberry (Vaccinium myrtillus L.) and blueberry (Vaccinium corymbosum L.) fruits. Acta Poloniae Pharmaceutica. 66(4):399-408.

Kosar, M., Bozan,  B., Baser,  K.H.C.  (2007). Antioxidant activity and phenolic composition of sumac (Rhus coriaria L.) extracts. Food Chemistry, 103 (3): 952-959.

Selahvarzian, A.,  Alizadeh, A., Amanolahi,  B., Eldahshan, O. & Rasoulian, B. (2018). Medicinal Properties of Rosa canina L. Journal of Herbal Medicine. 3 (2): 615.

Tural, S., Ilkay, K.  (2008). Physico-chemical and antioxidant properties of cornelian cherry fruits (Cornus mas L.) grown in Turkey.  Scientia Horticulturae. 116 (4): 362-366.

 

3.2.  Καταγεγραμμένες καλλιέργειες των ειδών

Τα παραπάνω είδη είναι αυτοφυή και δεν καταγράφονται σε καταλόγους ποικιλιών. Παρόλα αυτά, κάποια από αυτά καλλιεργούνται ήδη σε μικρό βαθμό στη χώρα μας. Απευθυνθήκαμε έτσι στον ΟΠΕΚΕΠΕ, ζητώντας τα στοιχεία που διαθέτει για τέτοιες καλλιέργειες.

Σύμφωνα με τα στοιχεία του, υπάρχουν 131 καταγεγραμμένες καλλιέργειες των παραπάνω ειδών:

 

Είδος Αριθμός καλλιεργειών
ΑΓΡΙΟ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟ 14
ΒΑΤΟΜΟΥΡΑ 38
ΚΡΑΝΑ 31
ΜΥΡΤΙΛΛΟ (BLUEBERRY) 28
ΣΜΕΟΥΡΑ – RUSPBERRY 20
Σύνολο 131

 

3.3.  Βιβλιογραφική επισκόπηση για την παρουσία των ειδών

Συνολικά, διερευνήθηκαν 291 βιβλιογραφικές αναφορές (βλ. Παράρτημα Ι), από τις ακόλουθες πηγές:

  • Επιστημονικά περιοδικά
  • Ανακοινώσεις σε συνέδρια/ ημερίδες
  • Διδακτορικά/ Μεταπτυχιακά
  • Βιβλία (και κεφάλαια σε βιβλία)

Από αυτές, βρέθηκαν 181 αναφορές στα είδη που επιλέχθηκαν. Οι αναφορές αυτές περιελήφθησαν στις εγγραφές στη Βάση Δεδομένων για τα αντίστοιχα είδη. Επίσης, όσες αναφορές εντοπίζονται εντός των 8 περιοχών έρευνας, αξιοποιήθηκαν κατά την επιτόπια έρευνα.

«Έκθεση αποτελεσμάτων συλλογής ποικιλιών οπωροφόρων δέντρων»

1. Εισαγωγή - περίληψη έκθεσης
Σύμφωνα με το Τεχνικό Δελτίο, βασικός στόχος το έργου είναι η συλλογή, αναγνώριση, αξιολόγηση και πιλοτική αξιοποίηση τοπικών παραδοσιακών ποικιλιών και αυτοφυών οπωροφόρων δέντρων και θάμνων. Η αναζήτηση αυτή επικεντρώντθηκε σε 8 ορεινές, οικολογικά σημαντικές περιοχές της Β. Ελλάδας. Από αυτές, η ομάδα έργου της Συστάδας ανέλαβε τις 5 που βρίσκονται στις Περιφέρειες Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης, Κεντρικής Μακεδονίας και Δυτικής Μακεδονίας (Οροσειρά Ροδόπης, Ορεινό τόξο Αλμωπίας, Πιέρια Όρη, Όρος Γράμος, Όρος Βίτσι & Πρέσπες).

Όσο αφορά τα οπωροφόρα, η έρευνα ξεκίνησε με συγκέντρωση πληροφοριών από (α) προηγούμενες έρευνες ή βιβλιογραφία και (β) μαρτυρίες και πληροφορίες (με τη μορφή δομημένου ερωτηματολογίου) από κατοίκους και ιδιαίτερα παραγωγούς της περιοχής, οι οποίοι μπορεί να έχουν στην κατοχή τους, να καλλιεργούν ή να γνωρίζουν κάποια παραδοσιακά οπωροφόρα δέντρα, μεγάλης ηλικίας με ιδιαίτερα γευστικά ή καλλιεργητικά χαρακτηριστικά (όπως ανθεκτικότητα σε εχθρούς και ασθένειες), ή να γνωρίζουν πληροφορίες για την ιστορική χρήση των τοπικών ποικιλιών. Ακολούθησαν η επιτόπια έρευνα στις παραπάνω περιοχές, η οποία διήρκησε συνολικά 67 ημέρες εργασίας στο πεδίο. Οι πληροφορίες που συγκεντρώθηκαν για κάθε εντοπισμένο δένδρο αφορούν ονομασία ποικιλίας, εποχή ανθοφορίας, καρπόδεσης και ωρίμανσης, πιθανή αντοχή σε εχθρούς και ασθένειες, καλλιεργητικές φροντίδες, ιστορικό του κάθε δέντρου και περιβαλλοντικές πληροφορίες και άλλα, σύμφωνα με τα πεδία της Βάσης Δεδομένων (β Παραδοτέο 1). Σύμφωνα με το Τεχνικό Δελτίο, στόχος ήταν να επιλεχθούν αρχικά 50 περίπου ποικιλίες οπωροφόρων δέντρων, με 2-3 αντιπροσωπευτικά άτομα. Τελικά συγκεντρώθηκαν από την ομάδα εργασίας της Συστάδας 579 δείγματα, από 18 διαφορετικά είδη οπωροφόρων.

Η έρευνα πεδίου ξεκίνησε πιλοτικά τον Οκτώβριο του 2018 και πραγματοποιήθηκε κυρίως από τον Ιούνιο ως και τον Νοέμβριο του 2019. Στο διάστημα αυτό, πραγματοποιήθηκαν τουλάχιστον 2 πολυήμερες επισκέψεις σε κάθε περιοχή έρευνας, όπως προβλεπόταν από το ΤΔ, συγκεντρώθηκαν οι πληροφορίες και επιλέχθηκαν οι ποικιλίες που θα μελετηθούν και θα αξιοποιηθούν περαιτέρω στις επόμενες Ενότητες Εργασίας. Παράλληλα, πραγματοποιήθηκαν εργασίες προετοιμασίας της επιτόπιας έρευνας (οριοθέτηση και τηλεπισκόπηση των περιοχών, αναγνώριση και περιγραφή των ειδών – στόχων, επικοινωνία με φορείς από τις περιοχές και συγκέντρωση πληροφοριών).

Η παρούσα έκθεση, η οποία θα συνοδεύσει το 2ο ενδιάμεσο αίτημα πιστοποιήσης το οποίο θα κατατεθεί στις αρχές του 2020, καλύπτει περίπου το 80% των εργασιών και του προϋπολογισμού της ΕΕ1, ενώ εκκρεμεί άλλο 20% εργασιών και προϋπολογισμού για το επόμενο έτος.

2. Μεθοδολογία

2.1.  Οριοθέτηση περιοχών έρευνας

Σύμφωνα με το Τεχνικό Δελτίο, η έρευνα αφορά οκτώ αρχικά προσδιορισμένες ορεινές περιοχές. Σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία, ως ορεινές χαρακτηρίζονται κατά κανόνα οι περιοχές με υψόμετρο πάνω από 800 μ. Συγκεκριμένα, η ΕΛΣΤΑΤ (ΕΣΥΕ 1995) θεωρεί ως ορεινές τις κοινότητες που το μεγαλύτερο μέρος τους βρίσκεται πάνω από τα 800 μ., ή η εδαφική τους επιφάνεια είναι πολύ κεκλιμένη και κατ’ εξοχήν ανώμαλη. Η Οδηγία 75/268/ΕΟΚ της Ευρωπαϊκής Ένωσης θέτει κριτήρια οικονομικά και οικολογικά (βλάστηση), τα οποία κατά κανόνα πληρούνται σε περιοχές από 600-800 μ. και πάνω.

Λαμβάνοντας υπόψη τα παραπάνω, η ακριβής οριοθέτηση των περιοχών έρευνας έγινε με τρόπο ώστε:

(α) να περιλαμβάνει όλες τις περιοχές πάνω από τα 800 μ. στους ορεινούς όγκους που αναφέρονται και

(β) να επεκτείνεται σε χαμηλότερα υψόμετρα, ως και τα φυσικά όρια που οριοθετούν τα αντίστοιχα όρη από τα γειτονικά (πχ ποταμοί), ώστε να περιλάβει χαμηλότερες πλαγιές, με σημαντικές κλίσεις (αποκλείοντας δηλαδή τις καλλιεργούμενες πεδινές περιοχές), ιδιαίτερα στην περίπτωση που αυτές περιλαμβάνουν οικισμούς με ορεινό χαρακτήρα.

Σημειώνεται τέλος ότι σύμφωνα με το Τεχνικό Δελτίο, η έρευνα μπορεί να επεκταθεί και σε παρακείμενες περιοχές, με στόχο να συμπεριλάβει σημαντικές ποικιλίες ή είδη.

 

Εικόνα 1 Οι 8 περιοχές του έργου

 

id Name ha
1 Οροσειρά Ροδόπης 209.777,972
2 Ορεινό Τόξο Αλμωπίας 172.954,291
3 Πιέρια Όρη 74.795,037
4 Βίτσι -Πρέσπες 135.316,743
5 Γράμος 74.406,776
6 Εθνικό Πάρκο Βόρειας Πίνδου 259.921,094
7 Αθαμανικά Όρη 78.849,112
8 Θεσπρωτικά Όρη – Λάκκα Σουλίου 67.261,634
  Σύνολο 1006021,025

Η Συστάδα έχει αναλάβει τις 5 πρώτες περιοχές έρευνας.

 

2.2.  Τηλεπισκόπηση

Πριν από την πραγματοποίηση της επιτόπιας έρευνας, και με στόχο αυτή να είναι όσο το δυνατό αποτελεσματική και εξαντλητική, αποφασίστηκε να πραγματοποιηθεί τηλεσκοπική διερεύνηση των περιοχών έρευνας, ώστε να εντοπιστούν πιθανές θέσεις οπωρώνων και οπωροφόρων δέντρων. Οι θέσεις αυτές περιλαμβάνουν ενδεικτικά οικισμούς, εγκαταλελειμμένους οικισμούς, ορεινά χωράφια και λιβάδια (συνήθως σε πεζούλες), χώρους κτηνοτροφικών και άλλων εγκαταστάσεων κα.

Η τηλεπισκόπηση έγινε με βάση τις πρόσφατες διαθέσιμες δορυφορικές εικόνες από την Google Earth. Η εξέταση έγινε με οπτική σάρωση ολόκληρων των επιλεγμένων περιοχών, με τη βοήθεια πλέγματος 1.700 x 2.500 m, καθώς και με αξιοποίηση των συνοδευτικών πληροφοριών (τοπωνύμια, φωτογραφίες κα) που υπάρχουν στην παραπάνω ή αντίστοιχες πλατφόρμες και χάρτες, αναγνώριση συνοδευτικών στοιχείων που υποδεικνύουν την πιθανή θέση οπωρώνων (οδικό δίκτυο, υδατογραφικό δίκτυο, ανοίγματα στο δάσος, ερείπια, οικήματα και εγκαταστάσεις).

Ενδεικτικά παραθέτονται στη συνέχεια τυπικές δορυφορικές εικόνες θέσεων οπωροφόρων δέντρων, διαφορετικών κατηγοριών:

Εικόνα 2. Οπωρώνες και μικρά χωράφια σε αναβαθμίδες, γύρω από το μικρό οικισμό Καλό Νερό, στη Ροδόπη

Εικόνα 4. Οπωρώνας  γύρω από τον παλιό οικισμό Γλυκονερίου, στο Γράμο

 

Εικόνα 6. Οπωρώνας γύρω από τα, σχεδόν εξαφανισμένα, ερείπια της Ζαρκαδιάς, στη Ροδόπη.

 

2.3.  Επικοινωνία με φορείς

Με βάση των οριοθέτηση της περιοχής έρευνας, συντάχθηκε για κάθε περιοχή έρευνας ο κατάλογος των φορέων που μπορεί να ενδιαφέρονται ή να συνεισφέρουν στοιχεία για το έργο. Ο κατάλογος αυτός περιλαμβάνει (μεταξύ άλλων):

  • Περιφέρειες, και ειδικότερα τον Αντιπεριφερειάρχη Αγροτικής Οικονομίας, τη Γενική Διεύθυνση Αγροτικής Οικονομίας και Κτηνιατρικής και τη Διεύθυνση Αγροτικής Οικονομίας.
  • Περιφερειακές Ενότητες (Νομούς), και ειδικότερα τη Διεύθυνση Αγροτικής Οικονομίας και Κτηνιατρικής και το Τμήμα Φυτικής και Ζωικής Παραγωγής
  • Δήμους, και ειδικότερα (κατά περίπτωση) το Γραφείο Δημάρχου, το Τμήμα Αγροτικής (ή Τοπικής) Ανάπτυξης ή/και το Γραφείο αγροτικών θεμάτων.
  • Τοπικές ή Δημοτικές Κοινότητες (Πρόεδροι) που βρίσκονται εντός των περιοχών έρευνας (βλ. προηγούμενο κεφάλαιο)
  • Αρμόδια Δασαρχεία
  • Φορείς Διαχείρισης
  • Συνεταιρισμούς και Ενώσεις Παραγωγών
  • Περιβαλλοντικές οργανώσεις και ιδιαίτερα συλλογικότητες που ασχολούνται με τις τοπικές ποικιλίες

Η επικοινωνία με τους παραπάνω φορείς πραγματοποιήθηκε ως εξής:

  • Έγινε πρώτα τηλεφωνική επικοινωνία και σύντομη προφορική ενημέρωση, και ζητείται (αν υπάρχει) η διεύθυνση ηλεκτρονικής επικοινωνίας (email)
  • Αποστάλθηκε email με ενημερωτική επιστολή για το έργο και τα ζητούμενα στοιχεία.
  • Ακολούθησε νέα τηλεφωνική επικοινωνία και στην περίπτωση που ο φορέας μπορεί και ενδιαφέρεται να παρέχει περισσότερα στοιχεία οργανώνεται και κανονική συνάντηση.

Ειδικότερα για τους Προέδρους των Τοπικών Κοινοτήτων, οι οποίοι είναι και οι πλέον αρμόδιοι να δώσουν πληροφορίες για την τοπική παραγωγή και το παρελθόν, πραγματοποιήθηκε μικρή τηλεφωνική συνέντευξη.

 

2.4.  Επιτόπια έρευνα

Η προετοιμασία και η πραγματοποίηση της επιτόπιας έρευνας έγινε με βάση τις παρακάτω εργασίες που είχαν πραγματοποιηθεί:

  • Τη βιβλιογραφική επισκόπηση σε σχέση με τα είδη ενδιαφέροντος (βλ. Παραδοτέο 1).
  • Την οριοθέτηση των 5 περιοχών έρευνας αρμοδιότητας της «Συστάδας».
  • Την περιγραφή και τον Οδηγό Αναγνώρισης των ειδών ενδιαφέροντος.
  • Την προκαταρκτική διερεύνηση με τηλεπισκόπηση των 5 περιοχών έρευνας.
  • Την επικοινωνία με τους φορείς των περιοχών έργου. Ειδικότερα, έμφαση δόθηκε στις Τοπικές Κοινότητες και τον/ην Πρόεδρό τους. Πραγματοποιήθηκαν τηλεφωνικές επικοινωνίες με όσους/ες ήταν εφικτό και στη συνέχεια οργανώθηκαν συναντήσεις με όσους/ες από αυτούς/ες ήταν διαθέσιμοι/ες και είχαν να παρέχουν σχετικές πληροφορίες. Η επικοινωνία με τους προέδρους των κοινοτήτων κρίθηκε τελικά ως ένας ικανοποιητικός τρόπος να συγκεντρωθούν πληροφορίες στην κλίμακα της κάθε μίας κοινότητας – οικισμού.
  • Παράλληλα, έγιναν επαφές με άλλους παραγωγούς, κατοίκους και τοπικούς συνεργάτες, οι οποίοι έχουν ιδιαίτερες πληροφορίες για τις τοπικές ποικιλίες.

Στη συνέχεια, με βάση τις επαφές με τους Προέδρους και τους άλλους παραγωγούς και συνεργάτες, οργανώθηκαν οι επισκέψεις σε κάθε οικισμό. Σε κάθε επίσκεψη, πραγματοποιούταν μια μικρή σχετική συνέντευξη και περιοδεία στα δέντρα εντός ή πέριξ του οικισμού (συνήθως με τη συνοδεία του προέδρου ή άλλου συνεργάτη). Εκεί που δεν ήταν εφικτό να οργανωθεί εκ των προτέρων συνάντηση με τον Πρόεδρο ή άλλο συνεργάτη ή εκπρόσωπο, πραγματοποιούταν επίσκεψη στον οικισμό και επιτόπια προσπάθεια για επαφή με ντόπιους κατοίκους και συγκέντρωση πληροφοριών, μέσα από επισκέψεις σε καφενεία, ΚΑΠΗ, αυλές κοκ. Ιδιαίτερα στις περιοχές που δεν υπήρξε επαφή με ντόπιους ή αυτή δεν κρίθηκε επαρκής, πραγματοποιούνταν επιτόπια έρευνα σε σημεία που ήταν πιθανή ή ύπαρξη παλιών οπωρώνων.

Τελικά, κατά τη διάρκεια της περιόδου αναφοράς (9/2018-10/2019), πραγματοποιήθηκαν 26 αποστολές, διάρκειας 64 ημέρων, στις 5 περιοχές του έργου.

 

 

Συνοψίζοντας τις εργασίες που πραγματοποιήθηκαν κατά τη διάρκεια αυτών των αποστολών, σημειώνουμε:

  • Διανύθηκαν συνολικά 229 χλμ, από τα οποία τα 5.000 περίπου αφορούσαν μετάβαση και επιστροφή στην περιοχή της έρευνας και τα 8.500 χλμ μετακινήσεις εντός των περιοχών και έρευνα πεδίου.
  • Πραγματοποιήθηκαν 30 περιοδείες σε θέσεις με οπωροφόρα με τη συνοδεία του Προέδρου της Κοινότητας και άλλες 10 περίπου με την συνοδεία άλλων κατοίκων και παραγωγών.
  • Πραγματοποιήθηκαν 15 επιτόπου συναντήσεις και συνεντεύξεις με Προέδρους Κοινοτήτων και άλλες 40 περίπου με άλλους κατοίκους και παραγωγούς.
  • Καταγράφηκαν 579 οπωροφόρα δέντρα (βλ. αναλυτικά παρακάτω κεφ. 6).

Κατά την επιτόπια έρευνα, προτεραιότητα δόθηκε στα οπωροφόρα είδη και άτομα που ενδιαφέρουν το συγκεκριμένο έργο, καθώς (α) τείνουν να διακρίνονται σε ποικιλίες, (β) εξαπλώνονται κυρίως σε ορεινές και ημιορεινές περιοχές της Β. Ελλάδας και (γ) ήταν φυτεμένα και καλλιεργημένα (ακόμα και αν τώρα είναι εγκαταλελειμμένα). Έτσι, προτεραιοποιήθηκαν τα παρακάτω είδη:

  1. Κεράσια (Prunus avium)
  2. Αχλάδια (Pyrus communis)
  3. Ρόδια (Punica granatum)
  4. Κυδώνια (Cydonia oblonga)
  5. Δαμασκηνιά (Prunus domestica)
  6. Μηλιά (Malus domestica)

Δευτερευόντως, καταγράφηκαν επίσης και είδη λιγότερο συχά ή αντιπροσωπευτικά των περιοχών, όπως Βερυκοκιές (Prunus armeniaca), Ροδακινιές (Prunus persica), Μουριές (Morus sp.), Βυσσινιές (Prunus cerasus), Τζιτζιφιές (Elaeagnus angustifolia), Μουσμουλιές (Eriobotrya japonica) και Λωτοί (Diospyros sp.).

Η Συκιά (Ficus carica) απαντάται σχεδόν σε κάθε οικισμό, αλλά είναι σπάνιο να διακρίνεαι σε ποικιλίες. Έτσι καταγράφηκαν κάποια άτομα μόνο κατ’ εξαίρεση και μόνο κατόπιν μαρτυρίας.

Η καρυδιά (Juglans regia), η φουντουκιά (Corylus avellana), η αμυγδαλιά (Prunus dulcis), έχουν συχνή παρουσία στην περιοχή έρευνας (ειδικά η πρώτη απαντάται σχεδόν σε κάθε οικισμό, ενώ αναπαράγεται συστηματικά γύρω από τις αρχικές εστίες) αποτελούν διακριτή ενότητα, που χρήζουν ιδιαίτερης έρευνας και ξεφεύγουν από τους σκοπούς της παρούσας. Κατάγραφηκαν συνεπώς μόνο κατ’ εξαίρεση κάποια άτομα, με στόχο να διασωθεί κάποια αξιόλογη μαρτυρία.

Όσο αφορά την κορομηλιά (Prunus sp.) επίσης απαντάται παντού, αλλά η μεγάλη πλειονότητα των δέντρων είναι αυτοφυή και μικρής καλλιεργητικής σημασίας. Έτσι, καταγράφηκαν μόνο πολύ ξεχωριστά άτομα, με βάση πάλι τοπικές μαρτυρίες.

3. Καταγραφή δέντρων και ποικιλιών - αποτελέσματα
Κατά τη διάρκεια της επιτόπιας έρευνας, στο διάστημα 9/2018-10/2019, καταγράφηκαν συνολικά 579 οπωροφόρα δέντρα από 18 είδη, τα όποια εγγράφηκαν στη Βάση Δεδομένων (βλ. Παραδοτέο 1), με βασικές πληροφορίες για τα χαρακτηριστικά τους (φύλλα, καρποί, κορμός, βλαστοί) και το σημείο που βρίσκονται.

 

Είδος Άτομα (δέντρα)  Ποσοστό
Malus domestica 314 54,23%
Pyrus communis 65 11,23%
Prunus domestica 49 8,46%
Cydonia oblonga 42 7,25%
Prunus avium 33 5,70%
Prunus persica 17 2,94%
Morus sp. 10 1,73%
Ficus carica 10 1,73%
Prunus sp. 7 1,21%
Punica granatum 7 1,21%
Prunus dulcis 6 1,04%
Prunus armeniaca 5 0,86%
Prunus cerasus 3 0,52%
Corylus avellana 3 0,52%
Elaeagnus angustifolia 2 0,35%
Eriobotrya japonica 2 0,35%
Juglans regia 2 0,35%
Diospyros sp. 2 0,35%
Γενικό Άθροισμα 579

 

Όπως φαίνεται, τα πλέον καταγεγραμμένα είδη είναι η Μηλιά, η Αχλαδιά, η Δαμασκηνιά, η Κυδωνιά, η Κερασιά, η Ροδιά, η Ροδακινιά και η Συκιά. Η αναλογία αυτή εξαρτάται από τις προτεραιότητες της έρευνας όπως διαφάνηκαν παραπάνω, αλλά όσο αφορά τουλάχιστον τα πρώτα είδη, αντανακλά και τη σχετική αφθονία και σημασία τους στους οπωρώνες των ορεινών οικισμών.

Με βάση τις μαρτυρίες και τα χαρακτηριστικά των δέντρων και των καρπών, έγινε μια προσπάθεια να κατανεμηθούν προσωρινά τα καταγεγραμμένα δέντρα σε ποικιλίες. Η οριστική κατανομή μπορεί να γίνει μόνο μετά από τις επόμενες αναλύσεις και κυρίως τη γενετική ανάλυση που θα ακολουθήσει κατά την ΕΕ2. Έτσι, για να μην χαθεί κάποια πιθανή τοπική ποικιλομορφία, σε αυτή την πρώτη προσωρινή κατανομή, στην ίδια ποικιλία εντάχθηκαν δέντρα μόνο όταν (α) έχουν κοινά χαρακτηριστικά, (β) βρίσκονται στην ίδια γεωγραφική και οικολογική ενότητα με μικρή έκταση και ομοιόμορφο χαρακτήρα (συνήθως κοινότητα).

Συντάχθηκε έτσι ένας προσωρινός κατάλογος των ποικιλιών, ενώ με τον ίδιο τρόπο καταχωρήθηκαν τα δέντρα στη Βάση Δεδομένων και θα εμφανίζονται στη συνέχεια στην εφαρμογή προς το ευρύτερο κοινό.

 

Σε σχέση με τις 5 περιοχές, τους Νομούς και τους Δήμους που διερευνήθηκαν, τα δέντρα που καταγράφηκαν κατανέμονται ως εξής:

 

Νομός/Δήμος Δέντρα/άτομα
Δράμας 44
Δράμας 1
Κάτω Νευροκοπίου 21
Παρανεστίου 22
Ημαθίας 20
Βέροιας 20
Ιωαννίνων 55
Κόνιτσας 55
Καστοριάς 138
Καστοριάς 59
Νεστορίου 58
Ορεστίδος 21
Κιλκίς 17
Παιονίας 17
Κοζάνης 15
Σερβίων-Βελβεντού 15
Ξάνθης 47
Μύκης 31
Ξάνθης 16
Πέλλας 50
Αλμωπίας 34
Έδεσσας 16
Πιερίας 32
Κατερίνης 32
Φλώρινας 163
Αμυνταίου 19
Πρεσπών 99
Φλώρινας 43
Άθροισμα 579

 

Όπως φαίνεται, οι περιοχές με τις περισσότερες καταγραφές είναι ο Γράμος (Δήμοι Κόνιτσας, Καστοριάς, Νεστορίου), οι Πρέσπες και το Βίτσι (Δήμος Φλώρινας).

Σε σχέση με τα οικολογικά χαρακτηριστικά της περιοχής όπου καταγράφηκαν τα δέντρα, τα περισσότερα καταγράφηκαν εντός οικισμών ή εντός περιοχών με αγροδασικό χαρακτήρα (χωράφια διακοπτώμενα από συστάδες ή εντός δάσους, εγκαταλελειμμένα χωράφια, βοσκολίβαδα περιβαλλόμενα από δάσος κοκ).

Σε σχέση με την έκθεση, τα περισσότερα δέντρα καταγράφηκαν σε νοτιοδυτικές (30%) και νοτιοανατολικές (22%) κλίσεις, γεγονός όμως που είναι αναμενόμενο εξαιτίας του γενικού προσανατολισμού των περιοχών έρευνας. Όσο αφορά την κλίση, όπως επίσης ήταν αναμενόμενο, τα περισσότερα δέντρα καταγράφηκαν σε εδάφη με κλίση ως 5% (70%) και μόνο 10% σε εδάφη με κλίση άνω του 10%.

 

3.1.  Μηλιές (314)

Όπως υποδεικνύεται και από την σχετική τους αφθονία, οι μηλιές είναι το βασικότερο οπωροφόρο δέντρο στις ορεινές και ημιορεινές περιοχές. Όπως φάνηκε από τα σημεία των καταγραφών, οι μηλιές καλλιεργούνταν κατά μόνας σε αυλές ή στα όρια των χωραφιών (όπως και όλα τα άλλα οπωροφόρα), αλλά και σε συστηματικούς, ομοειδείς οπωρώνες, κάτι που καταγράφηκε μόνο για τις μηλιές. Οι οπωρώνες αυτοί, ηλικίας κατ’ εκτίμηση 70 ετών ή μεγαλύτερη, εγκαταλελειμμένοι σήμερα σχεδόν σε όλες τις περιπτώσεις, είχαν ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς συνήθως φιλοξενούσαν περισσότερες από μία ποικλιές.

Η έρευνα επίσης υπέδειξε ότι μεγάλο ποσοστό των δέντρων έχει καταστραφεί, αλλά τα περισσότερα επιβιώνουν, αν και σε οριακή κατάσταση και συνεχίζουν μάλιστα να καρποφορούν (το μέγεθος κι η ποιότητα των καρπών ωστόσο έχει πιθανώς υποβαθμιστεί). Σύμφωνα με τις μαρτυρίες, πολλές μηλιές (η πιο συχνή κατηγορία) ήταν τουλάχιστον 70 ετών, φυτεμένες δηλαδή κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1950, ενώ καταγράφηκαν και δέντρα ηλικίας 100 ετών ή περισσότερο. Οι καλλιεργημένες ποικιλιές μηλιάς δεν αναπαράγονται ή να εξαπλώνονται από μόνες, ως σποριόφυτα. Έχει παρατηρηθεί συχνά να αναγεννώνται αγενώς από παλιούς, κομμένους κορμούς.

Συγκεντρωτικά, κατά τη διάρκεια της έρευνας, έχουν συλλεχθεί μαρτυρίες για τις εξής γενικές κατηγορίες ποικιλιών:

  • Παλιές τοπικές ποικιλίες: σε περιοχές όπου ο τοπικός πληθυσμός διατηρεί μια σχετική ιστορική συνέχεια (κυρίως στη Δυτική και Κεντρική Μακεδονία, όπως στο Πάικο, την Αλμωπία, τις Πρέσπες, το Βάρνουντα κα), καταγράφονται παλιές τοπικές ποικιλίες, χωρίς γνωστή καταγωγή. Οι ποικιλίες αυτές συνήθως ονομάζονται με βάση τα χαρακτηριστικά του καρπού (βλ. παρακάτω).
  • Προ 1922: Σε κάποιες περιοχές, κυρίως στη Ροδόπη, καταγράφηκαν δέντρα που βρίσκονται εκεί πριν από το 1922 και την ανταλλαγή πληθυσμών, και τα οποία οι νέοι ελληνικοί πληθυσμοί τα βρήκαν κατά την άφιξή τους και τα διατήρησαν. Οι κάτοικοι τα περιγράφουν συχνά ως «τούρκικα», χωρίς να γνωρίζουν περαιτέρω ονομασίες.
  • Προ 1950: το ίδιο φαινόμενο παρατηρείται σε οικισμούς της Δυτικής Μακεδονίας, οι οποίες εκκενώθηκαν από τους ντόπιους πληθυσμούς και κατοικήθηκαν αργότερα, στις δεκαετίες 1950-70 από άλλους (Βλάχους ή προσφυγικής καταγωής). Οι νέοι κάτοικοι διατήρησαν και αναγνωρίζουν τα παλιά δέντρα, χωρίς να γνωρίζουν περαιτέρω ονομασίες.
  • Ξενόφερτες ποικιλίες από μετανάστες: Σε λίγες περιπτώσεις, έχουμε μαρτυρίες για ποικιλίες που έφεραν μετανάστες κατά την επιστροφή τους από την Αμερική ή άλλες χώρες.
  • Ποικιλίες από Γαλλικό Στρατό στον Α’ Π.Π.: Ειδικά στη Δυτική Μακεδονία, υπάρχουν επαναλαμβανόμενες και αξιόπιστες μαρτυρίες για ποικιλίες μηλιάς που φύτεψαν κατά την εκεί παρουσία τους γαλλικά στρατεύματα του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Μια αντίστοιχη μαρτυρία υπάρχει και για «ιταλική» ποικιλία, φυτεμένη κατά τον Β’ Π.Π.
  • Ποικιλίες από ΕΘΙΑΓΕ: τα περισσότερα δέντρα που καταγράφηκαν μάλλον, προέρχονται από ποικιλίες που διέδωσε την δεκαετία του 1950 το ΕΘΙΑΓΕ. Πρόκειται για τις γνωστές, παλιές ποικιλίες του ελληνικού χώρου, κυρίως στάρκιν, μπελφόρ, ντελίτσιους κα. Σύμφωνα με μαρτυρίες από όλες τις περιοχές της έρευνας, αλλά από τα λιγότερα ορεινά χωριά, σε αυτή την περίοδο σχηματίστηκαν εκτενείς μηλεώνες (ή «φυτώρια» όπως αποκαλούνται συχνά), απομεινάρια των οποίων διακρίνονται ως σήμερα.

Οι παλιότερες, τοπικές ποικιλίες (αποκλείοντας δηλαδή αυτές που έχουν γνωστή ονομασία), διακρίνονται και ονοματίζονται σύμφωνα κυρίως με τα χαρακτηριστικά του καρπού και την περίοδο καρποφορίας. Διακρίνονται έτσι κυρίως σε:

  • Γλυκομηλιές / Ξινομηλιές
  • Πρώιμες (γνωστές ως «καλοκαιρινές», «Πέτρου», «Παναγίας» κοκ) / Ώψιμες (γνωστές κυρώις ως «Χειμωνιάτικες» κοκ)

Οι περισσότερες ονομασίες τοπικών  ποικιλιών που καταγράφηκαν μέσω των μαρτυριών αφορούν τα παραπάνω χαρακτηριστικά, εκφρασμένα συχνά σε τοπικές γλώσσες ή διαλέκτους. Μικρότερη σημασία για την διάκριση/ονοματοδοσία των ποικιλιών έχει το χρώμα του καρπού (Κόκκινες / Κίτρινες (μπανάνα) / Πράσινες μηλιές).

Με βάση τις μαρτυρίες και τα χαρακτηριστικά των δέντρων και των καρπών συντάχθηκε ο παρακάτω προσωρινός κατάλογος των ποικιλιών (βλ. εφαρμογή).

Αν αφαιρέσουμε την τοπική αναφορά, προκύπτουν οι παρακάτω 40 ονομασίες ποικιλιών:

 

Αρβανίτικη Καλοκαιρινή Μπανάνα Τέρι
Αυγουστιανή Κασιδιάρικα Μπελφόρ Τζιτζελί
Γκόλντεν Καστοριανή Μπλακ Ντέιβις (Μπλακνταβίτσα) Τούρκικο Κίτρινο
Γλυκομηλιά Κισάλσα Ντελίτσιους Τούρκικο Κόκκινο
Έμπαλκα Κίτρινη γλυκομηλιά Ξινομηλιά Τούρκικο Πράσινο
Ζαχαρομηλιά Κίτρινη ξινομηλιά Πετρόφκα Φιρίκι
Ζίμτσκα Κοκκινόσαρκη Πράσινη γλυκομηλιά Φιρίκι Βολιώτικο
Ιταλική Κυδωνάτο Πράσινη Ξινομηλιά Φιρίκι κόκκινο
Καλιφόρνια Λούτα Ρενέτα Φιρίκι μικρό
Καλκάν Μεγάλου Αλεξάνδρου Στάρκιν Jonagored

 

 

3.2.  Αχλαδιές (65)

Όπως υποδεικνύεται και από την σχετική τους αφθονία, οι αχλαδιές μπορούν να θεωρηθούν ως το δεύτερο βασικότερο οπωροφόρο δέντρο στις ορεινές και ημιορεινές περιοχές. Όπως και οι μηλιές, οι αχλαδιές καλλιεργούνταν κατά μόνας σε αυλές ή στα όρια των χωραφιών και λιγότερο συχνά σε μικρές ομάδες λίγων (ως 5) δέντρων.

Η έρευνα επίσης υπέδειξε ότι έχει καταστραφεί μεγάλο ποσοστό των δέντρων, μεγαλύτερο από τις μηλιές ή άλλα είδη, ενώ πολλά δέντρα που έχουν επιβιώσει δεν καρποφορούν πια, τουλάχιστον συστηματικά. Σημειώνεται επίσης ότι σε αρκετές περιοχές, η φετινή χρονιά (2019) αποδείχθηκε κακή για την ανθροφορία και την καρποφορία των αχλαδιών, πιθανώς (βάση μαρτυριών) λόγω παγετών την άνοιξη. Οι μαρτυρίες για την ηλικία δεν είναι τόσο συστηματικές, αλλά φαίνεται ότι, όπως και στις μηλιές, πολλές από τις καταγεγραμμένες αχλαδιές είναι τουλάχιστον 70 ετών, φυτεμένες δηλαδή κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1950, ενώ καταγράφηκαν και δέντρα ηλικίας 100 ετών ή περισσότερο. Οι ποικιλίες αχλαδιάς δεν αναπαράγονται και δεν εξαπλώνονται από μόνες τους, ούτε τείνουν να αναβλασταίνουν από κομμένους κορμούς.

Όπως και στις μηλιές, έχουν καταγραφεί από τις μαρτυρίες, ποικιλίες:

  • Παλιές τοπικές ποικιλίες (πχ απίδι στα Πιέρια, ματρούνα)
  • Προ του 1922 και της ανταλλαγής πληθυσμών («τούρκικα», στη Ροδόπη)
  • Προ αλλαγής πληθυσμών σε χωριά της Μακεδονίας

Οι παλιότερες, τοπικές ποικιλίες διακρίνονται και ονοματίζονται σύμφωνα κυρίως με την περίοδο καρποφορίας (καλοκαιρινά και χειμωνιάτικα). Οι περισσότερες ονομασίες τοπικών  ποικιλιών που καταγράφηκαν μέσω των μαρτυριών αφορούν τα παραπάνω χαρακτηριστικά, εκφρασμένα συχνά σε τοπικές γλώσσες ή διαλέκτους.

Με βάση τις μαρτυρίες και τα χαρακτηριστικά των δέντρων και των καρπών συντάχθηκε ο παρακάτω προσωρινός κατάλογος των ποικιλιών (βλ. εφαρμογή).

Αν αφαιρέσουμε την τοπική αναφορά, προκύπτουν οι παρακάτω 14 ονομασίες ποικιλιών:

Απιδιά Κρούσα
Γκορτσιά (ή Τσορτίκι) Κρυσταλλί
Γκορτσιά φθινοπωρινή Ματρούνα
Ζίμτσκα Μολυβάδες
Ζούπαβα Νάσι
Καμπάνα Τούρκικη
Κοντούλα Τσακώνικη

 

3.3.  Δαμασκηνιές (49)

Οι δαμασκηνιές είναι σημαντικό είδος, καλλιεργούνταν κυρίως κατά μόνας σε αυλές ή στα όρια των χωραφιών και στα λιβάδια. Τα δέντρα που καταγράφηκαν ήταν μάλλον μικρότερης ηλικίας από τις μηλιές και τις αχλαδιές. Επίσης, σημειώνεται ότι υπάρχει δυσκολία διάκρισης ανάμεσα σε φυτεμένα δέντρα και αυτοφυή και ανάμεσα στα διάφορα συγγενικά είδη του γένους Prunus.

Οι παλιότερες, τοπικές ποικιλίες διακρίνονται και ονοματίζονται σύμφωνα κυρίως με τα χαρακτηριστικά του καρπού (μαύρος ή άσπρος, στρόγγυλος ή μακρύς). Οι περισσότερες ονομασίες τοπικών  ποικιλιών που καταγράφηκαν μέσω των μαρτυριών αφορούν τα παραπάνω χαρακτηριστικά, εκφρασμένα συχνά σε τοπικές γλώσσες ή διαλέκτους.

Αν αφαιρέσουμε την τοπική αναφορά, προκύπτουν οι παρακάτω 4 ονομασίες ποικιλιών:

 

Ζερντελίνα
Μπέλα σλίβα
Σλίβα
Τσέρνα Σλίβα

 

3.4.  Κυδωνιές (42)

Οι κυδωνιές είναι ένα τυπικό είδος των ορεινών και ημιορεινών οικισμών, με συχνή παρουσία σε αυλές και άλλα σημεία. Σύμφωνα και με τις μαρτυρίες και τις παρατηρήσεις, τα περισσότερα δέντρα προέρχονται από παλιές, τοπικές ποικιλίες, αφού σπάνια αγοράζονται από φυτώρια, ενώ τείνουν να ζουν αρκετά χρόνια και να πρεμνοβλαστάνουν συστηματικά. Παρόλα αυτά, σπανίως οι κυδωνιές διακρίνονται σε ποικιλίες με διακριτές ονομασίες. Οι βασικότερες διακρίσεις που γίνονται αφορούν το σχήμα και το μέγεθος του καρπού (μικρό/μεγάλο, κυδωνόμηλο), τη γεύση (γλυκό/αρωματικό) και την εποχή ωρίμανσης (χειμωνιάτικα).

 

3.5.  Κερασιές (33)

Η κερασιά είναι άλλο ένα είδος με παρουσία σε όλους τους ορεινούς και ημιορεινούς οικισμούς. Ως δέντρο τείνει να αποκτά μεγάλο μέγεθος και να ζει πολλές δεκαετίες, σχηματίζοντας μάλλον τους μεγαλύτερους κορμούς από όλα τα άλλα οπωροφόρα είδη. Η άγρια κερασιά, η οποία ανήκει στο ίδιο είδος, τείνει να αναπαράγεται μόνη της από σποριόφυτα σε μεγάλους αριθμούς, ειδικά μέσα σε παλιούς οπωρώνες, σχηματίζοντας πολλές φορές εκτενείς συστάδες. Είναι δύσκολο έτσι να διακρίνεις ποια δέντρα είναι φυτεμένα και ποια όχι. Όπως και στις αχλαδιές, φέτος (2019) παρατηρήθηκαν μεγάλα προβλήματα στην καρποφορία, ειδικά στη Ροδόπη, τα οποία αποδίδονται από τους καλλιεργητές στον ανοιξιάτικο παγετό.

Οι παλιότερες κερασιές σπανίως διακρίνονται, με βάση τουλάχιστον τις μαρτυρίες, σε ποικιλίες. Στα παλιά τοπικά δέντρα οι -όχι συχνές- διακρίσεις αφορούν κυρίως το μέγεθος του καρπού (μεγάλο/μικρό), το σχήμα (στρόγγυλο/μακρύ), το χρώμα (κόκκινο/μαύρο και σπανίως άσπρο) και τη γεύση (πικρό/γλυκό).

Σημειώνεται βέβαια ότι στο πλαίσιο του έργου και ειδικά στην περιοχή της Αλμωπίας καταγράφηκαν οι γνωστές τοπικές ποικιλίες κερασιού που καλλιεργούνται συστηματικά στην περιοχή (Τραγανά, Μπουρλά, Μπακιρτζέικα, Τσολακέικα).

 

3.6.  Ροδακινιές (17)

Η ροδακινιά είναι λιγότερο συχνό είδος στις ορεινές και ημιορεινές περιοχές που εξετάστηκαν. Από τις περιοχές αυτές, το είδος καλλιεργείται συστηματικά μόνο στην δυτική πλευρά των Πιεριών (Βελβεντός), όπου και καταγράφηκαν αρκετές ποικιλίες, χωρίς όμως να έχουν υποχρεωτικά τοπικό και παραδοσιακό χαρακτήρα (κυρίως σε έναν παραγωγό, ο οποίος διατηρεί ένα πολύτιμο ζωντανό «αρχείο» 40 περίπου ποικιλιών).

Καταγράφηκαν επίσης λίγα δέντρα σε Ροδόπη και Πιέρια, τα οποία -αν και μάλλον φυτεμένα- αναφέρονται από τους κατοίκους ως «άγρια». Πιθανά ταυτίζονται με Κοντόνια. Ο καρπός τους είναι μικρός και έντονα αρωματικός.

 

3.7.  Συκιές (10)

Η συκιά έχει επίσης παρουσία σε όλους τους ορεινούς και ημιορεινούς οικισμούς. Ως δέντρο αποδεικνύεται ιδιαίτερα ανθεκτικό και ζει πολλές δεκαετίες. Έχουμε κι εδώ αναφορές (τουλάχιστον στη Ροδόπη και την Αλμωπία) για δέντρα που ανάγονται πριν την ανταλλαγή των πληθυσμών. Οι συκιές σπανίως διακρίνονται, με βάση τουλάχιστον τις μαρτυρίες, σε ποικιλίες και οι διακρίσεις αφορούν κυρίως το χρώμα του καρπού (μαύρο/άσπρο). Για το λόγο αυτό, το έργο δεν εστίασε στις συκιές και καταγράφηκαν μόνο αυτές για τις οποίες υπήρχαν μαρτυρίες για την καταγωγή, την ονομασία ή πολύ ιδιαίτερα χαρακτηριστικά.

 

 

3.8.  Μουριές (10)

Και η μουριά έχει συχνή παρουσία στα χωριά, κυρίως -άλλα όχι μόνο- της Δυτικής Μακεδονίας, σε μικρούς όμως πάντα πληθυσμούς (κυρίως απομονωμένα δέντρα). Τα άτομά της τείνουν να επιβιώνουν για πολλές δεκαετίες και σήμερα συναντώνται δέντρα ηλικίας (σύμφωνα με τις μαρτυρίες) ενός αιώνα ή παραπάνω, αλλά οριακής πια βιωσιμότητας. Δεν συναντήσαμε καμία μαρτυρία για ονομασίες ποικιλιών, ενώ η βασική διάκριση κι εδώ αφορά το χρώμα του καρπού (μαύρη ή κόκκινη / άσπρη). Καταγράφηκαν μόνο τα δέντρα για τα οποία υπάρχει κάποια ιδιαίτερη μαρτυρία (πχ προ 1922).

 

3.9.  Ροδιές (7)

Οι ροδιές, όπως οι κυδωνιές, είναι συχνό δέντρο που απαντάται στους περισσότερους οικισμούς, κυρίως σε αυλές. Η μεγαλύτερη πυκνότητα βρέθηκε στην Πιέρια και την Αλμωπία, ιδιαίτερα στην περιοχή του Πάικου (Θηριόπετρα – Φούστανη), όπου φαίνεται ότι έχει ένα σημαντικό πυρήνα με παλιά κι αυτοφυή δέντρα. Η βασική διάκριση εδώ αφορά τη γεύση (γλυκό – στιφό) και αλληλεπικαλύπτεται με τη διάκριση ήμερο – άγριο.

 

3.10.                   Λοιπά είδη

  • Βερικοκιά (5)

Καταγράφηκαν λίγα δέντρα σε πολλές περιοχές, αναφέρεται ως άγρια ή παλιά, όμως είναι μάλλον ήμερη. Καρπός μεσαίος, αρωματικός.

  • Κορομηλιές (7)

Απαντώνται παντού και σε μεγάλες πυκνότητες, αποτελώντας έτσι μάλλον το πιο άφθονο οπωροφόρο είδος των ορεινών περιοχών. Καθώς στη μεγάλη πλειονότητά τους είναι αυτοφυή και δεν διακρίνονται ποικιλίες, στο παρόν έργο καταγράψαμε λίγα μόνο δέντρα με αξιοσημείωτα χαρακτηριστικά καρπού (μέγεθος, γεύση).

  • Αμυγδαλιές (6)
  • Καρυδιά (2)
  • Φουντουκιές (3)

Το έργο δεν εστίαζε στα ακρόδυρα, παρόλα αυτά καταγράφηκαν κάποια ξεχωριστά δέντρα για να μην χαθούν οι αντίστοιχες σημαντικές παρατηρήσεις ή μαρτυρίες.

  • Λωτός (2)
  • Τζιτζιφιά (2)
  • Μουσμουλιά (2)
  • Βυσσινιές (3)

Δέντρα λιγότερα συχνά, χωρίς καταγεγραμμένες ποικιλίες, τα οποία εντάχθηκαν στο έργο δειγματοληπτικά.